Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

Το Εκατοστό Ογδοηκοστό Όγδοο

Άσπρη κορυφή, Καϊμάκ-τσελάν
Αυτά τα μέρη με τα ποτήρια τα βαθιά. Τα ποτά έχουν το χρώμα του οινοπνεύματος και τη μυρωδιά της τσιχλόφουσκας. Όλοι ανοιγοκλείνουν τα μάτια αισθησιακά και ρίχνουν βλέμματα γεμάτα αυτοπεποίθηση στην άλλη πλευρά του μπαρ. Να μπορούσα να μεταφέρω σε λέξεις τον κόσμο σας τον στολισμένο και τις στιγμές που σπαταλήθηκαν στο βουνό. Όχι για να δείτε τα σύννεφα που απλώνονταν κάτω από τα πόδια σας και να νιώσετε ότι γίνεστε ένα με τον ουρανό, αλλά για να ζυγίσετε με γούστο το ποτήρι και να εισπνεύσετε βαθιά τη μυρωδιά από το ακριβότερο μπουκάλι. Κάπου στη μέση ανακατεύτηκα ήδη από τη μυρωδιά του πούρου. Και βγήκαν ξαφνικά μπροστά μου φωτεινές επιγραφές που με ρωτούσαν και με πίεζαν λες και έπρεπε τώρα να πάρω τις αποφάσεις τις πολύ δικές μου, τις καθοριστικές. Προτιμώ να σου γράφω, λοιπόν, για φανταστικά, για ψεύτικα, για μικρά ανούσια, για φαντάσματα και ελπίδες. Όσο για εσάς και τα λεφτά σας, τα οποία αρκετά με προβλημάτισαν, θα σας αφήσω να ξεκουραστείτε σε σπα, με τις νταντάδες να αγκαλιάζουν τα παιδιά σας όταν κλαίνε κι ας φωνάζουν το όνομα το δικό σας. 

Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

To Εκατοστό Ογδοηκοστό Έβδομο

Πού να είσαι τώρα; Εδώ έξι, στην Αθήνα επτά. Πού να είσαι; Πάντα το ίδιο ερώτημα, μόνο η επιθυμία είναι λιγότερη ή περισσότερη. Κάποτε τη μισώ. Δε μ’ αφήνει να σ’ αγαπώ όπως θέλω , δε μ’ αφήνει να ξέρω καν πώς σ’ αγαπώ. Κοντά και μακριά είναι βάσανο οι αισθήσεις. Πώς να είναι άνθρωπος κανείς; Θα ήθελα τρείς μέρες κοντά σου χωρίς λέξη. Λέξη. 
Φοβούμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από μακριά να σ αγαπώ.
Ρωτιέμαι καμιά φορά πως θα μιλούσες, αν ήσουν κοντά μου. Πόσα λίγα πράγματα μπορεί να φτιάξει η φαντασία. Ρωτιέμαι ακόμη πως θα ήσουν, εσύ, ζωντανή, κοντά μου. Δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω τώρα, παρά αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι, δε θα σου τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα πως κάποτε, έστω και για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ αυτόν τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν επιτέλους, έξω απ’ όλα-κάποτε, όταν αυτά που λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα”

~Γιώργος Σεφέρης- Αποσπάσματα από επιστολές στην αγαπημένη του 

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

Το Εκατοστό Ογδοηκοστό Έκτο


But man, proud man,

Drest in a little brief authority,
Most ignorant of what he's most assured,
His glassy essence, like an angry ape, 
Plays such fantastic tricks before high heaven
As make the angels weep; who, with our spleens,
Would all themselves laugh mortal. 


~Σαίξπηρ, Με το Ίδιο Μέτρο, 2.2


[Mα άνθρωπε συ, περήφανε άνθρωπε, 
που ντύθηκες μικρή εξουσία εφήμερη, 
και πιο πολύ αγνοείς ό,τι πιο βέβαιο έχεις, 
τη γυάλινη την ύπαρξή σου, σαν έξαλλη μαϊμού, 
με κόλπα κωμικά μπροστά στον ύψιστο ουρανό, 
κάνεις να κλαιν οι αγγέλοι, που 
αν είχαν φύση ανθρώπινη, 
θα πέθαιναν στα γέλια.]


Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

Το Εκατοστό Ογδοηκοστό Πέμπτο

Δεν το είδα καν αλλά η υπόνοια και μόνο μου ανακάτεψε το στομάχι. Βγήκα από το μαγαζί με τη μουσική να χτυπάει κάπου στο λαιμό μου. Αν είναι δυνατόν κάτι έπρεπε να γίνει. Προχώρησα λίγο πιο πέρα. Η εικόνα που έφτιαξα ακόμη προβαλλόταν μπροστά στα μάτια μου, σε αργούς, βασανιστικούς ρυθμούς. Να έβαζα το δάχτυλό μου στο κεφάλι μου να ξερνούσα τις σκέψεις που με αρρώστησαν. Ο κόσμος που έβγαινε με έσπρωξε πιο πέρα. Γνωστές φυσιογνωμίες, άγνωστες φωνές. 
Φύγε λοιπόν. Ξέφυγε από τον κύκλο αυτόν τον ανούσιο. Έτοιμα να εκραγούν. Τα μάτια τσούζουν αλλά αρνούνται να κλείσουν. Ακουμπάω για λίγο πίσω στον τοίχο, αυτόν τον γεμάτο αφίσες παλιές από πάρτι που πήγα και από άλλα που ήμουν μακριά για να πάω. 
Και κάπου εκεί πλημμύρισε η πόλη. Κι αν και προσπαθούσα να πιαστώ από κάπου όλα με οδηγούσαν κάτω από το σπίτι μου. Καλημέρα και δεν ξέρω αν θα σε ξαναδώ. Καλημέρα κι ας κοιτάξω καλά τα μάτια σου μήπως την επόμενη φορά με κοιτάνε διαφορετικά. Ηλίθια πόλη. Ηλίθιοι δρόμοι. Έβρεχε πέτρες συνεχώς την επόμενη μέρα. Έτριζαν τα σπίτια. Όλα μου σιγοψιθύριζαν να φύγω και ούτε μία φορά να μη ξαναγυρίσω. Να με ασφαλίσω καλά. Με πρόγραμμα αποδεκτό και συνετό. Με μαθήματα, πτυχία, διδακτορικά και το μέλλον μου θα βροντήξει και θα αστράψει έτοιμο μπροστά μου. Μα εγώ θέλω την αλήθεια τη δύσκολη, τη μεγάλη, αυτή που σε κοιτάει και τρομάζεις μέσα στον καθρέφτη. Γι' αυτό αύριο πάλι θα σε ονειρευτώ. Κι θα μου ζητήσουν όλοι λογική εξήγηση και επιχειρήματα. Δε ζητάω να καταλάβεις. Μόνο να με συγχωρέσεις και να με αποχαιρετήσεις. 

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Το Εκατοστό Ογδοηκοστό Τέταρτο

Η αναμονή σε αυτή τη στάση θα είναι περίπου μισή ώρα. Όσο αντέχω μέσα στο κρύο, να στρίψω το αγαπημένο τσιγάρο των ταξιδιών και να κοιτάξω τον κόσμο να πηγαινοέρχεται αγχωμένος. Στον τοίχο απέναντί μου γράφει "Σ' ΑΓΑΠΩΟΥΣΑ ΜΠΛΕ ΑΓΟΡΙ". Έμεινα να κοιτώ τον τοίχο και να προσπαθώ να σκηνοθετήσω την ιστορία που υπήρχε από πίσω.
Έχει πραγματικά πολύ κρύο, τα χέρια μου έχουν μουδιάσει. Και εγώ τυλιγμένη με κασκόλ, σκούφο και γούνινη κουκούλα. Ξανά χειμώνας και θα σου εκμυστηρευόμουν ότι πριν λίγες μέρες ήταν τα  περσινά Χριστούγεννα. Ίσως έφτασε και η στιγμή να σου πω στ' αυτί πόσο πολύ αγαπώ το χειμώνα μόνο για το θόρυβο όταν πατάω τα πεσμένα φύλλα. Μήπως και θυμηθείς γιατί με είχες ερωτευτεί και ξεχάσεις το μεσοδιάστημα. 
Εσύ δε θα μπορούσες ποτέ να γίνεις μπλε αγόρι. Αυτό σκεφτόμουν και το ύφος σου το παραπονεμένο αν σου το έλεγα και γέλασα για λίγο μόνη μου. Μια κυρία ήρθε και μου ζήτησε αναπτήρα. Με ρώτησε για τον προορισμό μου. Πρέπει να της φάνηκα αστεία έτσι μπουκωμένη με κασκόλια να γελώ χωρίς λόγο και αιτία γιατί ξεκίνησε να μου σχολιάζει πώς φαίνομαι. Μου έφτιαξε τη διάθεση. Ήταν μεγάλη σε ηλικία, σίγουρα πάνω από εξήντα πέντε. Όχι ότι δεν είχα καλή διάθεση. Μόνο ένα βάρος κάπου μέσα μου για το τι με περιμένει αυτή τη φορά και το πώς θα είμαι σε έξι μέρες από σήμερα, ξανά εδώ, στην ίδια στάση, να περιμένω και πάλι για μισή ώρα. Να καπνίζω και πάλι ένα τσιγάρο μέσα στο κρύο.
Ίσως να καπνίζω ακόμη μόνο για τα τσιγάρα στις αναμονές των ταξιδιών. Το τρένο έφτασε. Η ευγενική κυρία μου ευχήθηκε καλό ταξίδι. Ανέβηκα και βολεύτηκα σε μια θέση για την επόμενη μία ώρα. 

Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Το Εκατοστό Ογδοηκοστό Τρίτο

Γιατί δε θα σε συναντήσω τα Χριστούγεννα.
Γιατί η γυάλινη μπάλα έμεινε στο αεροδρόμιο να με περιμένει. 
Γιατί έπρεπε να χαστουκίσω τον εαυτό μου να δει την πραγματικότητα. 
Δε θα σε δω και μόνο θα μετράω κοιτώντας τα δάχτυλά μου τα όσα μικρά δώρα σου έκανα. Και ξαφνικά δε μου φτάνουν τα χέρια μου για όσα περίμενα και εσύ δεν τόλμησες ποτέ να κάνεις. Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι όλοι οι ψεύτες έχουν μούσια. Ή οι μπερδεμένοι. Αυτοί που ποτέ δε θα ξεχωρίσουν πότε αξίζει να προσπαθήσουν. Μία λέξη, γύρω στις πέντε ξεκάθαρες κουβέντες.
Let it be, let it be θα σου τραγουδούσα ψιθυριστά γύρω στο αυτί με τα μαύρα μούσια σου να με γαργαλάνε. Μόνο αν τολμούσες μία φορά. Και όλα θα έκλειναν γεμάτα, χωρίς απορίες και εικασίες. Να διαλέξουμε να φύγουμε και οι δύο. Αποφάσισα να περιμένω λίγο ακόμη, όχι να μου μιλήσεις, αλλά είναι που σε όλα τρέχω και μόνο σ' ότι αφορά τον έρωτα αφήνω την κάθε στιγμή να περνάει από μέσα μου, να με αλλάζει.
Να, τ' άκουσες; Έρωτα. Έρωτας ήσουν. 

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Το Εκατοστό Ογδοηκοστό Δεύτερο

Χρώματα και Αρώματα. 
Γέμισε το κεφάλι μου μπουρμπουλήθρες. Γύρω στις εκατό. Παντοτινά φιλιά είπα τη δεύτερη φορά. Την ξέχασα ήδη την πρώτη. Την τρίτη κυνηγούσα την ουρά μου γύρω από το τραπέζι. Κουλουριάστηκα στο στρώμα. Θέλησα να βρεθώ και πάλι στο χαλασμένο κρεβάτι με τα φωτάκια να λάμπουν από πάνω μου. Θέλησα να γίνω αέρας να εξαφανιστώ να τα ξεχάσω όλα και να φύγω. Να ετοιμάσω το σάκο των γονιών μου. Δυο παντελόνια και τρεις μπλούζες. Και να πάω εκεί. Έσκασα μια φούσκα κι άλλη μία. Χόρευαν οι άλλες γύρω μου. Έφεγγαν όλα, έλεγα ξεκάθαρα. Τίποτα ξεκάθαρο. Μόνο θαμπά φώτα από το δρόμο. Και ομίχλη έξω από το παράθυρο. Και αστράφτουσες μπουρμπουλήθρες. 

Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

Το Εκατοστό Ογδοηκοστό Πρώτο

Ποιος αριθμός είναι αυτός που σου απαγορεύει να αγαπάς;
Ποιος αυτός πού σου επιβάλλει που θα πας και πού οφείλεις να σταματήσεις;
Πες μου ποια φωνή σου λέει πως η απόσταση νικάει τελικά;
Δεν είναι οι πόλεις φυλακές να κρατάνε τον έρωτα εκεί
έγιναν οι άνθρωποι δέσμιοι της ευκολίας
και έβαλαν κανόνα στα πόσα χιλιόμετρα πεθαίνει η αγκαλιά.
Δεν πεθαίνει η αγκαλιά αν δεν την αφήσεις.
Αν την ποθήσεις γίνεται φωτιά.



~Anonymoys 

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Το Εκατοστό Ογδοηκοστό

 
Μη μιλάς για τους δρόμους. Κλείσε τα χείλη σου και σφράγισέ τα μέχρι να με ξαναδείς. Μην παρεξηγείς τις λάθος λέξεις μου ή την αδιάφορη σιωπή μου. Μόνο αν μπορούσα να πω ότι όλα προοικονομούν το πόσο θα μου λείψεις. Μην είσαι σκληρός, μη με κοιτάς. Μη δεις πόσο ευάλωτη νιώθω. Μακριά σου. Νομίζω διαρκεί πολύ αυτό το μακριά. Ο χρόνος κόλλησε νομίζω. Δεν περνούν τα δευτερόλεπτα και δε βρίσκομαι πουθενά. Σίγουρα όχι στο τώρα. Το λεωφορείο έφτασε και βουίζει η μηχανή του. Ο κόσμος κρέμεται από τα κίτρινα χερούλια. Κρύος αέρας από το ανοιχτό παράθυρο. Ο χρόνος δεν κόλλησε παρά μόνο τρέχει και έφτασε φθινόπωρο. Διέσχισα όλη την πόλη και έζησα γύρω στις είκοσι ζωές στα πρόσωπα των άλλων. Γερμένοι ώμοι και ξένα ρούχα. Μόνο να φτάσω σπίτι. Κι ας μην είναι το δικό μου. Μόνο να φύγει το σήμερα από πάνω μου. Να τρέξω παρακάτω να δω τη συνέχεια. Δε θα είναι καλή, λέει ο μισός εαυτός. Θα είναι για καλό, ο άλλος μισός.

Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Το Εκατοστό Εβδομηκοστό Ένατο

Πόσο καιρό όμως θα τον είχε βασανίσει η συμπόνια; 
Όλη του τη ζωή; Έναν ολόκληρο χρόνο; Ένα μήνα; Ή μια εβδομάδα μόλις; 
Πώς θα μπορούσε να το μάθει; Πώς θα μπορούσε να το εξακρινώσει; 
Ο οποιοσδήποτε φοιτητής της φυσικής μπορεί πειραματικά να διερευνήσει την ακρίβεια μιας επιστημονικής υπόθεσης. Ο άνθρωπος όμως καθώς δεν έχει παρά μια και μόνο ζωή, δεν έχει καμιά δυνατότητα να εξακριβώσει την υπόθεση μέσα από την εμπειρία., έτσι ποτέ να μην μπορεί να μάθει αν έχει δίκιο ή άδικο να υπακούσει στο αίσθημά του.

~Μίλαν Κούντερα, Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι 

Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Το Εκατοστό Εβδομηκοστό Όγδοο

Γράφω ότι ο έρωτάς μου για σένα θυμίζει τον αέρα.
Κι αν ποτέ δεν καταφέρω να γράψω ένα ποίημα για τα δικά σου στάνταρ μπορώ να σου αφιερώσω στίχους από τραγούδια που ποτέ δε θα άκουγες.
Και μετά θα 'ρθω να σε φιλήσω στη στάση του λεωφορείου,
στην εξώπορτα μπροστά,
στο κρεβάτι με το βαρύ πάπλωμα,
δίπλα στη λάμπα με το θολό φως.
Θα ανάψουμε ένα τσιγάρο,
αφού ανέβουμε τα πέντε σκαλοπάτια
και γυμνοί θα κρεμαστούμε στο παράθυρο να φυσήξουμε τον καπνό.

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Το Εκατοστό Εβδομηκοστό Έβδομο

Έγινε παραζάλη και προσάναμα. 
Χτίστηκε όλη μόνη της. Από τα θαμένα απομεινάρια των προηγούμενων χρόνων. Πήρε μορφή και ένα πρόσωπο πανέμορφο. Με κοιτούσε μέσα στα μάτια. Με προκαλούσε να ορμήξω τρέχοντας στο ρέμα μπροστά. Και με αυτή την οργή, την άγνωστη, την παρεξηγημένη, να βυθιστώ εκεί στα νερά.
Όταν είδε ότι έμενα παγωμένη μόνο να την κοιτώ με κράτησε τρυφερά από το χέρι, να με συντροφεύει με τη φιγούρα την αόριστη σε κάθε βήμα. Λες και την έπλασε αυτός και όχι εγώ σε ένα άλλο εγώ μπουκωμένο με σύγχυση. Είναι επιλεκτική και γεμάτη μυστήριο. Εμφανίζεται εκεί που δεν την περιμένω. Να με γεμίζει με αυτό το βάρος. Και δεν μπορώ να βρω τρόπο να της τραβήξω το χέρι μακριά, να κάνω έτσι μια απότομη κίνηση να φύγω από κοντά της. Να ξεφύγω από αυτά τα μουρμουρητά. Τα ατελείωτα. Τη ρώτησα το όνομά της, σκέφτηκα τη λένε ζήλεια, αλλά δε μου απάντησε. Κι όσο την γνωρίζω νομίζω παρερμήνευσα. Άλλη γυναίκα είναι αυτή. Πιο προσωπική και τυραννία μεγάλη.

Περί Παρεξηγήσεων και Εξηγήσεων

Μια μέρα θα έχω βρει κάτι σημαντικό για να σου γράψω. Θα κυλάνε οι λέξεις εύκολα και δε θα ξαναμουσκευτεί το χαρτί από το κύμα της θάλασσας που μας έφτασε στην άμμο. Δε θα ψάχνομαι στα μικρά και στα ανούσια, θα υπάρχει Αυτό, με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα. Έτσι, για να υποδηλωθεί η σημαντικότητά του. 
Φτάνουν πια αυτές οι μέρες. Οι στάσιμες. Οι αγωνιώδεις. Φτάνουν και οι συζητήσεις με υπεκφυγές και αοριστολογίες. 
Μια μέρα θα σου τα πω όλα, γιατί θα τα έχω βρει. Και νομίζω είναι εδώ μπροστά αλλά αρνούμαι να βγω από το σκοτάδι που έχω βολευτεί. Κι αν τώρα αδυνατώ νομίζω είναι το άγχος της αναζήτησης. Νομίζω κι εσύ με αγχώνεις. Λίγο. Κάποιες φορές περισσότερο. Σταμάτα να μου υπενθυμίζεις ότι χάνω το χρόνο μου. Μπορεί να βρω αλήθεια διαφορετική από τη δική σου.

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

To Εκατοστό Εβδομηκοστό Έκτο

Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων που πεθάναν, ή εκείνων που είναι
για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.

Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε
κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό.

Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίησι της ζωής μας-
σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβήνει.

~Φωνές . Κ. Π. Καβάφης, Από τα ποίηματα 1897-1933


Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Το Εκατοστό Εβδομηκοστό Πέμπτο

Σ’ εκείνους που μέσα σε θυελλώδεις νύχτες εξεγέρσεων
ψάχνουν για ένα φεγγάρι παιδικό.
Σ’ αυτούς που δεν τους έμεινε καιρός.
Σ’ εκείνους που τους ξέχασαν,
στη γλυκύτητα του ύπνου όταν όλοι μας είχαν εγκαταλείψει.
Στους καθρέφτες που κοιταχτήκαμε,
στις θάλασσες που δεν θα ταξιδέψουμε.
Στα μονοπάτια που περπατήσαμε ερωτευμένοι κι ίσως να μην ξαναγυρίσαμε από τότε.
Στη Μοίρα, στην ωραία νεότητα.
Στους διαβάτες (κι εγώ πού πήγαινα; κι ήταν τόσα πολλά αυτά που ζήτησα; Μα τώρα είναι αργά - ώρα να φεύγω)
Στα αποδημητικά πουλιά.
Στις ατμομηχανές που κουράστηκαν κι έγειραν το πλευρό να κοιμηθούνε.
Στις καλαμποκιές όταν τις λούζει το φεγγάρι.
Στην αλληλογραφία ενός αγγέλου μ’ ένα παιδί.
Σ’ εκείνους που άργησαν,
σ’ αυτούς που δε θα ξανάρθουν.


~Tάσος Λειβαδίτης ”Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου” 
Κέδρος, 1990

gingercatsneeze:The Winged Man’s Burden

Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

Το Εκατοστό Εβδομηκοστό Τέταρτο


Και θα σε αγαπάω μέχρι οι πιθανότητες του να συναντηθούμε ξανά να γίνουν από πολύ απίθανες σχεδόν μηδενικές. Και μέχρι το πρόσωπό σου να το καλύψει σαν ομίχλη μια μακρινή ανάμνηση και η ανάμνηση αυτή να έρθει αντιμέτωπη με μια μακρινή ομίχλη και η ομίχλη αυτή να γίνει η θύμησή σου από ένα μακρινό άτομο και η απόσταση αυτή που μας χωρίζει να διαχωριστεί από τη θύμηση της πιο ομιχλώδους ομίχλης. Θα σε αγαπώ όπου και αν πας και όποιους κι αν δεις, και επίσης και εκεί που δε θες να πας για να αποφύγεις αυτούς που δε συμπαθείς,και χωρίς να με νοιάζει ποιος θα σε αποφεύγει όπου κι αν πας. Θα σε αγαπώ ο,τι και να σου συμβεί, και θα σε αγαπώ με όποιον τρόπο και να μάθω τι σου συνέβη, και θα σε αγαπώ χωρίς να με νοιάζει τι θα μου συμβεί μόλις το ανακαλύψω,και θα σε αγαπώ και χωρίς να με νοιάζει το τι θα μου συμβεί μόλις ανακαλύψουν το τι μου συνέβη.

~Λέμονι Σνίκετ


Το Εκατοστό Εβδομηκοστό Τρίτο

Ποιος κοροϊδεύει ποιον τελικά; Πιο πιθανό αυτός που μιλά με λόγια βαριά, ή αυτός που μετράει τις κουβέντες του; Γιατί αρνούμαστε να βρούμε τα πιο όμορφα λόγια για όσους αγαπάμε, για όσους θέλουμε να τους δώσουμε τα σημαντικότερα κομμάτια μας; Μένουμε σε λέξεις μετρημένες, κυνικές και καλά ψαγμένες ώστε να μην περάσουμε τα λάθος μηνύματα, να μη σκεφτεί κανείς ότι τα συναισθήματά μας είναι έντονα. Και γιατί, γιατί προσπερνούμε όσα μικρά πράγματα θα έκαναν τους ανθρώπους μας ευτυχισμένους και μένουμε σε τυπικότητες και γενικεύσεις επηρεασμένοι από τους άλλους; Κι αν ο εγωισμός μας τελικά γίνει τόσο μεγάλος και μας κατακλείσει και δεν καταφέρνουμε πλέον να ψελλίζουμε λέξη το λάθος όλο δικό μας. Κλείδωσαν οι καρδιές μας και γίναμε φρούρια συναισθημάτων και έγινε ο φόβος μεγαλύτερος από την προσπάθεια. Πονάει η απόρριψη και όσο περνάει ο καιρός σε κάνει πιο τραχύ, αλλά αν τελικά καταφέρεις και κρατηθείς και πέσεις ξανά με φόρα και ξαναπογοητευτείς, τότε τι συμβαίνει; Προτιμούμε λοιπόν να δίνουμε την εικόνα της μετριότητας και να πείθουμε τον εαυτό μας ότι δε χρειάζεται τίποτα περισσότερο από αυτή την κατασκευασμένη ασφάλεια. 
Και με πιάνει κάτι κάποιες στιγμές και θέλω να τα γκρεμίσω όλα και να μην έχω καμία ασφάλεια μόνο να λυθούν όλα αυτά και να φτάσω στα άκρα και να αρχίσω πάλι και ξανά και ξανά. Μόνο που σε κάθε αρχή μετράω και μία νέα απουσία. Και θέλω να στο γράψω να στο πω και εσύ να το κάνεις μουσική και να νιώσω για λίγο εκείνη την ελευθερία. Αυτή που νιώθεις κάπου στην καρδιά όταν επιτέλους λες όσα στρίμωχνες σε διαφορετικές γωνίες κάθε φορά. 

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Το Εκατοστό Εβδομηκοστό Δεύτερο

Α' 

Μόνον τα απλοϊκά ερωτήματα είναι πράγματι σοβαρά ερωτήματα. Είναι αυτά στα οποία δεν υπάρχει απάντηση. Μια ερώτηση στην οποία δεν υπάρχει απάντηση είναι ένα εμπόδιο πέρα από το οποίο δεν μπορεί να πάει κανείς. Μ' άλλα λόγια είναι ακριβώς οι ερωτήσεις στις οποίες δεν υπάρχει απάντηση που σημαδεύουν τα όρια των ανθρώπινων δυνατοτήτων και χαράζουν τα όρια της ύπαρξής μας. 


Β' 

Κι αν κάθε μέρος του σώματός της άρχιζε να μεγαλώνει και να μικραίνει σε σημείο που να την κάνει να χάσει κάθε ομοιότητα με την Τερέζα, θα ήταν ακόμα η ίδια, θα υπήρχε μια Τερέζα; 
Σίγουρα. Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι η Τερέζα δε μοιάζει πια καθόλου με την Τερέζα, στο βάθος η ψυχή της θα ήταν πάντοτε η ίδια και δε θα μπορούσε παρά να παρατηρεί με φρίκη αυτό που θα συνέβαινε στο σώμα της. 
Αλλά τότε, ποια σχέση υπήρχε ανάμεσα στην Τερέζα και στο κορμί της; Το σώμα της μπορούσε να έχει κάποιο δικαίωμα στο όνομα της Τερέζας; Κι αν δεν είχε δικαιώματα τι υποδήλωνε αυτό το όνομα; Τίποτα άλλο από ένα πράγμα ασώματο, ανέγγιχτο; 

~ΜΙΛΑΝ ΚΟΥΝΤΕΡΑ, "Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι"

Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Το Εκατοστό Εβδομηκοστό Πρώτο


Πού είσαι; Ανέβηκα πηδώντας διπλά τα σκαλοπάτια. Δεν κρύωνα άλλο, παρά έκαιγε η πλάτη μου. Δεν είσαι πουθενά. Και εγώ χτυπώ την πόρτα. Κάθομαι και μετράω τους ήχους που ακούγονται από το δρόμο, μήπως μου θυμίσει τίποτα τα βήματά σου. Πού είσαι λοιπόν; Πάλι τα κατάφερες και με έκανες να περιμένω. 
Το παλιό εκείνο ασανσέρ μπροστά μου και οι γδαρμένοι τοίχοι. Ακουμπούσα εκεί ακριβώς, σε εκείνη την κολόνα περιμένοντάς σε να βρεις τα κλειδιά, να με κοιτάξεις και να ξεκλειδώσεις. Απόψε όμως βιάζομαι και δε θα περιμένω άλλο. Βρέθηκα και πάλι στον κεντρικό δρόμο που οδηγεί κατευθείαν στη στάση του λεωφορείου.
Δεν είσαι εδώ γιατί σε τράβηξαν άλλα και δε μιλώ για τα θλιβερά μεγάλα προβλήματα της ανθρωπότητας. Αν ονειρευόσουν πολύ -ακόμη πιο πολύ- και έψαχνες μυστικά μόνο του αληθινού κόσμου δε θα είχα ποτέ γυρίσει σε αυτή τη γειτονιά. Η πραγματικότητα είναι πιο πεζή και με αναστατώνει η απουσία αγγέλων στην ιστορία μας. 
Κι αν είναι σκληρός και ανούσιος αυτός ο κόσμος, όπως κατέληξα προ λίγου πως είναι, κρίμα, μα λίγο με νοιάζει. Κλείνω τα μάτια καθώς το λεωφορείο ξεκινά. Υγρασία και πεσμένα φύλλα. Αυτή η πόλη μπαίνει μέσα μου με μια ανάσα. Δε θα σε ξαναρωτήσω, μόνο θα ζωγραφίσω πουλιά που σε λίγο -τόσο λίγο- , στο υπόσχομαι, θα μου κελαηδήσουν.



Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Το Εκατοστό Εβδομηκοστό


Ο χώρος και ο χρόνος έπεσαν τώρα πάνω της με τη βιασύνη της βαρύτητας.
Ο χώρος και ο χρόνος έπεσαν πάνω της σαν δύο τόμοι εγκυκλοπαίδειας που πέφτουν από το ράφι ενός ιεραπόστολου πάνω σ' ένα πυγμαίο.
Και ο χρόνος έφερε μαζί τη γραμματέα του- τη μνήμη.
Και ο χώρος έφερε το μπασταρδάκι του- τη μοναξιά. 

~Ακόμη και οι καουμπόισσες μελαγχολούν, του Τομ Ρόμπινς 

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Το Εκατοστό Εξηκοστό Ένατο

Δὲν ξέρω πῶς, δὲν ξέρω ποῦ, δὲν ξέρω πότε, ὅμως τὰ βραδιὰ
κάποιος κλαίει πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα
κι ἡ μουσικὴ εἶναι φίλη μας – καὶ συχνὰ μέσα στὸν ὕπνο
ἀκοῦμε τὰ βήματα παλιῶν πνιγμένων ἢ περνοῦν μὲς
στὸν καθρέφτη πρόσωπα
ποῦ τὰ εἴδαμε κάποτε σ᾿ ἕνα δρόμο ἡ ἕνα παράθυρο
καὶ ξανάρχονται ἐπίμονα
σὰν ἕνα ἄρωμα ἀπ᾿ τὴ νιότη μᾶς – τὸ μέλλον εἶναι ἄγνωστο
τὸ παρελθὸν ἕνα αἴνιγμα
ἡ στιγμὴ βιαστικὴ κι ἀνεξήγητη.
Οἱ ταξιδιῶτες χάθηκαν στὸ βάθος
ἄλλους τοὺς κράτησε γιὰ πάντα τὸ φεγγάρι
οἱ καγκελόπορτες τὸ βράδυ ἀνοίγουνε μ᾿ ἕνα λυγμὸ
οἱ ταχυδρόμοι ξέχασαν τὸ δρόμο
κι ἡ ἐξήγηση θὰ ᾿ρθεῖ κάποτε
ὅταν δὲν θὰ χρειάζεται πιὰ καμία ἐξήγηση

Ά, πόσα ρόδα στὸ ἡλιοβασίλεμα – τί ἔρωτες Θέε μου, τί ἡδονὲς
τί ὄνειρα,
ἂς πᾶμε τώρα νὰ ἐξαγνιστοῦμε μὲς στὴ λησμονιά.


~Τάσος Λειβαδίτης 

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

To Εκατοστό Εξηκοστό Όγδοο

"Όταν σταμάτησα να είμαι επαγγελματίας επαναστάτης, είπα να γίνω κι εγώ μέλος αυτής της κοινωνίας. Να αντιληφθώ τι γίνεται και τι είναι αυτό που θέλω να ανατρέψω. Όταν συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μην με αλλάξει αυτό. Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα. Η ζωή είναι ένας δώρο που μας δίνεται μία φορά. Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν ξημερώνει λένε «άντε να τελειώσει κι αυτή η κωλομέρα». Και δεν καταλαβαίνουν ότι κάνουν άλλο ένα βήμα προς το θάνατο."

~Χρόνης Μίσιος

Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

Το Εκατοστό Εξηκοστό Έκτο

"Ο άνθρωπος είναι ένα κράμα μεγαλείου και μικρότητας", σχολίασες ότι κάπου άκουσες να λένε. Κι εγώ άκουσα κάπου να λένε, κάποιοι ονειροπόλοι, ότι θα καταφέρουν να τα αλλάξουν όλα. Γύρισες πλευρό. Ρεαλιστής με τα όλα σου. Πείσμα για την πεζή πραγματικότητα που υποστηρίζεις. Πεζή για εμένα. Γεμάτη νόημα για εσένα. Γκρίνια. Στο μυαλό μου και μόνο. Στριφογυρίζω στο κρεβάτι. Κάτι λείπει. Το κομμάτι του μεγαλείου που το έχω συνδυασμένο με το δρόμο που κρατάει το κομμάτι της ψυχής. Έτσι είμαι εγώ. Αλλιώς είσαι εσύ. Σηκώνομαι, μήπως και σε ξυπνήσουν οι φωνές στο κεφάλι μου και δεν μπορείς να σηκωθείς το πρωί και τα φορτώσεις σε εμένα. Εμένα;;; 
Αυτό το διαφορετικό είναι που αγαπώ και αυτό που με τρομάζει. Εσύ είσαι που με τρομάζεις. Όχι εσύ. Η μικρότητα που νομίζω θα μπλέξω ψαχουλεύοντας την πραγματικότητα που πασάρεις με λέξεις που μαχαιρώνουν τις δικές μου σκέψεις. Αυτές τις γεμάτες ονειροπόληση. Μόνο που νομίζω ότι ομορφότερο έχω καταφέρει από δαύτες πήρε φόρα.
Χώρεσα στη στενή ξύλινη καρέκλα. Ξέρεις, μπορώ να στενέψω τα δικά μου και να ντυθώ με τα δικά σου. Το θέλεις; Βαριανάσαινες για λίγο. Έφυγες ήδη μακριά. Καμία απάντηση. Κοίταξα το ρολόι. Το μικρό το μωβ. Δύο παρά είκοσι. Δύο παρά δέκα. Δύο. Η ξύλινη καρέκλα και εγώ. Αυτό είναι ρεαλισμός. Τα κρύα πόδια μου, το μουδιασμένο δεξί μου χέρι. Τα υπόλοιπα είναι θολές εικόνες που προσπαθούμε να μεταφράσουμε. 
Μου ήρθε στο μυαλό μια συζήτηση που είχα με τη γιαγιά την πολυαγαπημένη. Με τα χέρια της μέσα στις τσέπες της ζακέτας της γνωστής, να ψαχουλεύουν το άγνωστο. Πάντα αφήνουν εκείνη τη μουρμούρα της ηρεμίας μέσα μου. Συζήτηση αόριστη και συγκεκριμένη. "Μη φοβάσαι, όταν ακολουθείς την καρδιά και το μυαλό δεν κλωτσάει, μη φοβάσαι. Τότε πας εκεί που ο ουρανός σε πάει". Συναισθηματισμοί; Ούτε που με νοιάζει. 
Γύρισα στο κρεβάτι και χώθηκα κάτω από το σεντόνι. Έκλεψα λίγη από τη ζεστασιά σου και γέμισα με σένα. Το εγώ το δικό μου αποφάσισε να κοιμηθεί ήσυχο. Συνεχίζοντας το όνειρο του όλα καλά θα πάνε. Καληνύχτα...


Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

Το Εκατοστό Εξηκοστό Πέμπτο

"Αντί να ξεστομίζουμε αλήθειες, φτύνουμε σιωπές" διάβασα σε ένα site όχι ιδιαίτερα αξιόλογο, αλλά με μια ροπή στις άσχημες αλήθειες που σκεφτόμαστε αλλά ποτέ δεν αναφέρουμε σε πραγματικούς διαλόγους. Και νομίζω η παραπάνω έκφραση αποτελεί μία ακόμη, γραμμένη με έναν τόνο ποιητικό για να χτυπήσει και στο συναίσθημα πέρα από τον προβληματισμό μας. Αν πρόκειται δηλαδή να προβληματιστούμε, γιατί μπορούμε απλά να αναστενάξουμε εν συντομία και να προχωρήσουμε παρακάτω. Φυσικά δεν προβληματίζεσαι με κάθε σοφία -και καλά ή και όχι- που διαβάζεις.
Όπως και να 'χει, εμένα αυτή η έκφραση μου στραβοκάθισε μέσα στο κεφάλι και όχι τυχαία αφού περικλείει πάνω κάτω σκέψεις και απορίες που οι περισσότεροι φίλοι κουράστηκαν να ακούν και να αναλύουν στην ομαδική μας προσπάθεια να τις βάλουμε σε μια σειρά.
Γιατί δε λέμε λοιπόν αυτό που πραγματικά σκεφτόμαστε; Γιατί βρίσκουμε ένα τόνο λέξεις που σχηματίζουν έναν κύκλο γύρω από το πραγματικό νόημα που θέλουμε να δώσουμε; Ίσως δεν έχουμε μάθει. Λέω, ίσως. Ίσως δε θέλουμε, γιατί το μυστήριο και το διφορούμενο μπορεί να ερμηνευτεί από τον άλλον ανοιχτά και αόριστα και να μας βγάλει από τη δύσκολη θέση να κρατήσουμε μια συγκεκριμένη στάση.
Και επειδή η φάση είναι δύσκολη, το φωνάζω να ξέρεις, ας είμαστε ειλικρινείς και ας βγει και σε κακό. Που νομίζω η αλήθεια ποτέ δεν οδηγεί σε κακό. Σε ένα νέο μονοπάτι σίγουρα. Καλά, συνήθως είναι και δύσκολο. Αρχικά. Μετά όλα πατούν σε στέρεο πραγματικό έδαφος. 
Και στην τελική: Υπάρχουν κουβέντες που τις καπνίζουμε, τις ζαλίζουμε με μπύρες, τις πετάμε με αγένεια κάτω απ' την καρέκλα και δεν τις ξεκινάμε ποτέ. Και στο λέω εγώ, που μόνο αυτό κάνω. Αλλά φτάνει, κουράστηκα, ζαλίστηκα από τους κύκλους που βάζω τον εαυτό μου να κάνει για να γλιτώσει από τις αλήθειες. 
Αυτό.  

ολοι
*Χάσαμε.

Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

Το Εκατοστό Εξηκοστό Τέταρτο

Θυμάσαι;
    την αγαπημένη μας συνήθεια
    τα βράδια στην κρυφή μας παραλία
    Θυμάσαι;
    την πρώτη φορά που με φίλησες
    άρχισε να βρέχει
    “καλό σημάδι! ”, είπες
    “καλό σημάδι;”, ρώτησα
    Θυμάσαι;
    με πήρες απ’ το χέρι και πέσαμε στην θάλασσα
    κάναμε έρωτα
    ήμασταν μέσα στην βροχή
    Θυμάσαι;
    καταλήξαμε στο λιμανάκι
    να λέμε κάτι για τα φώτα τα μακρινά
    και για τα καράβια που έρχονται
    ή μήπως γι’ αυτά που φεύγουν;

Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Το Εκατοστό Πεντηκοστό Εξηκοστό Τρίτο


Θα μπορούσα να πω ότι το να έχει κανείς ίλιγγο σημαίνει να μεθάει από την ίδια την αδυναμία του. 
Έχει κανείς συνείδηση της αδυναμία του και δεν θέλει να της αντισταθεί, αλλά να εγκαταλειφθεί σ' αυτήν.
Μεθάς από την αδυναμία σου, θέλεις να γίνεις ακόμη πιο αδύναμος, θέλεις να καταρρεύσεις στη μέση του δρόμου, μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου, θέλεις να είσαι καταγής, ακόμα πιο κάτω από καταγής. 

~ΜΙΛΑΝ ΚΟΥΝΤΕΡΑ, "Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι" 

Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

Το Εκατοστό Εξηκοστό Δεύτερο

Την είχε ακούσει πολλές φορές την έκφραση. Ποτέ δεν την είχε βιώσει προσωπικά. Δεν καταλάβαινε, δεν καταλάβαινε την παράνοια που προέρχεται από τις ολοδικές σου σκέψεις. Και γύρευε να βγάλει άκρη από τις μπερδεμένες και αόριστες συζητήσεις τους. 
Ανούσιο. Κουραστικό. Αδιανόητο, στο κάτω κάτω της γραφής, να ασχολείται με τους προσωπικούς δαίμονες ενός άλλου ανθρώπου. Κι ας ήταν ο άλλος άνθρωπος ο δικός του άνθρωπος. Μόνο που ο δικός του άνθρωπος ήταν διαφορετικός στην αρχή. 
Τα βήματά του, ένιωθε, δεν πατούσαν στο πλακόστρωτο στο δρόμο που τριγύριζαν. Έλαμπαν τα μάτια του από την πρώτη στιγμή της αντάμωσής τους.
Και τώρα όλα βάρυναν.
Τα πόδια στη γη, τα χέρια που απλώνονταν στο κορμί και οι λέξεις. Αυτές οι λέξεις! Έμοιαζαν ασήκωτες. Γι' αυτό, πιστεύει, δεν τις έλεγε με ευκολία. Τον έβλεπε να τις γλύφει προσεκτικά για ώρες στη σκέψη του, να είναι βουτηγμένος στις μυστικές γεύσεις τους για να τις φτύσει τελικά απότομα όταν νόμιζε ότι είχαν πλέον ξεχαστεί.
Άφηναν την πίκρα τους στα χείλη και μια θολούρα στο μυαλό. Σαν τα χαπάκια που έπαιρνε κάθε απόγευμα. Ροζ χαπάκια στη σειρά. 
Από δικός του άνθρωπος έγινε άλλος. Ξένος. Κανενός. Να ταλαιπωρούν μονάχα τον εαυτό του οι ερινύες. Δική του υπόθεση. 
Κάπως έτσι έδιωξε τους προσωπικούς δαίμονες του άλλου. Ησύχασε. Απέκτησε τους δικούς του. 

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

Το Εκατοστό Εξηκοστό Πρώτο

Θέλω τον έρωτά σου
στο χρόνο του τον ενεστώτα,
οριστικό και αμετάκλητο,
δίχως υποτακτικές υπεκφυγές,
αμφίβολους αορίστους
και μέλλοντος κατ’ εξακολούθηση.
Θέλω τον έρωτά σου
μικρή παθητική
μετοχή,
παραδομένο 
εξαρτημένο
θυμωμένο,
να μεταγγίζεσαι ολάκερη
ως τον τελευταίο σπασμό
και να σου γνέφω
κι άλλο.
Θέλω τον έρωτά σου
εξουσία κι επανάσταση.

~Ελένη Μαυρογονάτου


Τρίτη, 13 Αυγούστου 2013

Το Εκατοστό Εξηκοστό

Φτάνεις και εσύ κάποτε να πιστέψεις πως σάπισαν όλα τα περάσματα πώς αμείλιχτοι φύλακες στέκονται όρθιοι σε κάθε γωνιά. Πολλές φορές η νύχτα ξέρει να σου μιλά σα μια θανάσιμη ηδονική φίλη μα εσύ δε θες να την ακούς, ζητάς μια λάμπα, τίποτε άλλο από μια ελάχιστη λάμπα, μια λάμπα τόσο ταπεινή μέσα σε τούτο το σκοτάδι. Έστω λοιπόν, θα περιμένουμε εδώ τα ξημερώματα -μπορούμε στη ζωή μας δυο φορές να ξαναρχίσουμε- χωρίς όλο τούτο το φορτίο των αδέσποτων λέξεων να βαραίνει το μυαλό μας, χωρίς όλους αυτούς τους σεμνούς ανθρώπους τόσο βέβαιος απόλυτα ο καθείς για τον εαυτό του, διστάζοντας τι να προσφέρουνε στον άλλον: ένα σπαθί ή ένα άνθος, χωρίς αυτούς τους τυφλούς χιμαιρικούς υπαίθριους ρήτορες που βλέπουνε τα χρόνια τους αδιάφοροι να φεύγουνε σαν τους τροχούς μιας πανάρχαιας άμαξας βαριάς. Ήρθανε, άλλοτε, άλλοι τόσοι, αιχμαλωτίζοντας το θάνατο με μια λαχανιασμένη χειρονομία δίχως να κρατούν μαζί τους παρά μια σφαίρα μοναδικιά για το δικό τους κορμί. 
Πολλοί μας μίλησαν επίσης για την Ε π ο χ ή. 
Για των καιρών το βαρυσήμαντο
Έπρεπε βέβαια κι εσύ πια να διαλέξεις
Αυτό που λέμε μια συνέπεια μια ακεραιότητα
Κάτι το ανθρώπινο με μια οποιαδήποτε τελείωση
Ξεχνώντας τι μοιράζουμε κάθε καινούρια στιγμή.
Άλλοι μας είπανε να γονατίσεις τουλάχιστον μία φορά 
Σ' αυτό, ας πούμε, που χαρακτηρίστηκε αναχώρηση 
Μπροστά σε ένα κρεβάτι σε μια γύμνωση
Σε μια φωτιά μπροστά χαμηλωμένη.
Μα αλήθεια πες μου εσύ, πώς να νικήσεις 
Ετούτο το κουρέλι με το σχήμα της καρδιάς σου
Ετούτο τον καπνό που αντιστέκεται στον άνεμο
Εσύ που μόνο το 'ξερες πόσες φορές 
Μετρήσαμε στις ίδιες πλάκες τα βαριά μας βήματα 
Βουλιάξαμε τα πόδια μας στην ίδια σάπια λάσπη
Εσύ μονάχα θα τραβήξεις τις κουρτίνες 
Πίσω τους τα ψυχρά ηδονισμένα ομοιώματα 
Βαμμένα αξιοθρήνητα γελοία
Χτυπούνε τα δυο χέρια τους σε πίδακα χαράς. 
Εγκατάλειψη. Πόσο το καταλάβαμε στο τέλος
Καλά, για την ηθοποιία της βραδιάς
Για την απέραντη φτήνια και την κούραση
Κάποιας φυματικής ονειροπόλησης 
Μ΄όλο που ήτανε κι αυτό στο κάτω- κάτω μια αναχώρηση 
Πέρα από το καθιερωμένο και το νόμιμο
Εγκατάλειψη με τη συναίσθηση της αδιάκοπης στιγμής 
Για μια ηδονή που δε γνωρίζει μεταμέλεια 
Για μιαν απάνθρωπη φυγή 
Πέρα από κάθε όργιο σκέψεων
Ή αντικρουόμενων διαθέσεων. 
Ίσως υπάρχει πάντα η διαφυγή, απομακρύνοντας τα βήματα του γυρισμού, όταν όλοι σου οι φίλοι έχουν πεθάνει ανεξήγητα από μιαν άγνωστη αρρώστια, ίσως υπάρχει πάντα να σημάνει μια αναχώρηση, πέρα από κάθε καθιέρωση και πίστη. 
(Και ποιος να μας προσέξει, ποιος 
και να μας λογαριάσει
στη θέση που καθόμαστε;).

Μ. Αναγνωστάκης, από τη συλλογή ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1941-1971

Τρίτη, 6 Αυγούστου 2013

To Εκατοστό Πεντηκοστό Ένατο

Βούτηξα στα βαθιά. Έτσι, με τη μία να δοκιμάσω αν μπορώ να τα καταφέρω. Το κρατάω μυστικό, μήπως μου το χαλάσουν. Μόνο σε σένα θα το πω, να μοιραστείς τον ενθουσιασμό μου. Αλλά πού να σε βρω και σένα. Βγήκαμε μια βόλτα να περπατήσουμε στην άκρη στα βράχια, να βλέπουμε το πράσινο να απλώνεται μέχρι τέρμα μπροστά μας, να ενώνεται με το θολό ορίζοντα.
Είσαι αστείος. Γελάω και δε σου πολυμιλάω. Γεμίζω μόνο με την παρουσία σου, αυτή τη γεμάτη σύγχυση παρουσία. Που δεν ξέρεις τι να πεις και πώς να το πεις, που δεν ξέρεις αν πρέπει να μιλήσεις λογικά ή να αφεθείς για λίγο μόνο, να πεις δυο λέξεις για τα συναισθήματά σου. Δεν ξέρεις αν πρέπει να είσαι εδώ, αν γίνεται να το αφήσεις έτσι να φύγει, να εξελιχθεί, να σε ταράξει, να σε αναποδογυρίσει. 
-Ξενέρωσες; 
Όχι, δεν είναι αυτό. Δεν είναι αυτό. Είναι ο φόβος ο δικός σου που βρίσκει στη μέση το δικό μου. Ή δεν ξέρω μπορεί ο δικός μου να ξεχύνεται πρώτος στο δρόμο. Μη μου μιλάς απλά για να ακούσω όσα υποτίθεται θα ήθελα. Μου τη σπάνε οι ψεύτικες λέξεις. Αυτή η γαμημένη αλήθεια πάντα πάει και κρύβεται και έχω κουραστεί από τα παιχνίδια που τη βάζουμε να μπλέκεται. 
Και σε έπιασα για λίγο από το χέρι, μήπως και περάσουν μέσα από τα ακροδάχτυλα οι σκέψεις και δε χρειαστεί να τις μεταφράσω σε λέξεις. 
-Το πρόβλημα είναι ότι αρνούμαστε να ζήσουμε ποιητικά. Να χαθούμε στη στιγμή την τώρα, την ύστερα, να ερωτευθώ τη λεπτομέρεια αυτή πάνω σου και να στο πω. Να στο πω, να πάρει η ευχή! Να μη κρατιέμαι μήπως μεταφραστεί σε κάτι βαρύ από την πλευρά σου. Να συνδέσουμε τον έρωτα του κορμιού με αυτόν της ψυχής και να πάρουμε φόρα για τα υπόλοιπα. Αυτά που στήνονται έξω από εμάς. Αν τα βλέπαμε έτσι τα πράγματα δε θα κάναμε καν συζητήσεις για το ποια είναι η πιο φυσιολογική εξέλιξη... 
"Πιο φυσιολογική εξέλιξη"! Απογοήτευση. 
 Εγώ μόνο να σου πω τα νέα ήθελα. Χωρίς υποθέσεις για τις αλλαγές που θα φέρουν. Έτσι κι αλλιώς θα ερχόντουσαν αλλαγές, ακόμη κι αν τη βγάζαμε σε εκείνο το δωμάτιο οι δυο μας. Με εσένα να βγαίνεις στο μπαλκόνι, να χάνεται η φωνή σου στη βαβούρα του δρόμου. Με εμένα να γουργουρίζω στο χαλασμένο στρώμα, να σε χαζεύω πώς τεντώνεσαι στηριγμένος στα κάγκελα. 

Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

Το Εκατοστό Πεντηκοστό Όγδοο

Ανέβαλες την τελευταία πάντα μέρα τη φυγή σου
Είχαμε μέσα κι οι δυο μας βαθιά τον πανικό του χωρισμού.

Νοσταλγούσαμε τόσο να χαρίσουμε τις αβέβαιες πλάνες μας στ' όνειρο
Όμως ποιος δε λογάριασε τα λευκά καλοκαίρια που πληγώσαν τα χρόνια μας
Ποιος δεν επίστεψε πώς δεν είχαμε ακόμη πληρώσει το χρέος μας ολάκερο
Και βρίσκουμε την κρίσιμη τούτη στιγμή αιχμάλωτους όρκους στη νιότη μας,
αισθήματα πιο πλούσια από τ' άναμμα της σάρκας
Ξέρεις πώς πια ξεχάσαμε τ' αμέριμνα παιδιά που σπαταλούσαν το γέλιο τους
Ξέρεις πώς θα 'ρθει μια μέρα που θα φορέσουμε αλογάριαστα ολόγυμνοι τον εαυτό μας
Συντροφεύοντας τις ακριβές μας αμφιβολίες,
ξαγρυπνήσαμε ατελείωτες νύχτες χωρίς δίπλα μας να 'ναι κανείς ν' ακούσει την αγωνία της φωνής μας
Αγαπήσαμε μια τρικυμία καινούρια, κι όμως γιατί ν' αναβάλλουμε πάντα την ώριμη χρονολογία;
Και μένουμε δυο νικημένοι μ' ολιγόπιστα μάταια φερσίματα.

Μ.Αναγνωστάκης- "Οι νικημένοι"

Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

Το Εκατοστό Πεντηκοστό Έβδομο

Δεν ήρθα σπίτι σου να το δω έτσι άδειο, έτοιμα να μας φάνε τα παράθυρά του τα μεγάλα. Δε θα είχε νόημα ντίαρ. Όπως μου έλεγες και εσύ ρουφώντας τον καπνό από το εκατοστό τελευταίο σου τσιγάρο. Ούτε ήρθα εκεί στο λεωφορείο που σε έπαιρνε. Ποτέ δεν τους μπόρεσα τους αποχαιρετισμούς. Ειδικά αυτούς που δεν έχουν γραμμένη πάνω την ημερομηνία επανένωσης. Ειδικά όσους αφορούν άτομα που θα ήθελα να βλέπω κάθε μέρα. 
Ναι, ξέρω, τα είπαμε, δεν επρόκειτο για αποχαιρετισμό.
Τότε γιατί το νιώθω έτσι; Τότε γιατί με έχουν πλακώσει οι συναντήσεις μας και τα κρασιά τα τελευταία, στα ίδια τραπέζια, σαν άγουρα μου φαίνονται. Όλα μου φταίνε και δε σου μιλώ και πολύ. Παρατάω και το τηλέφωνο κάτω από στήλες με ρούχα. 
Και θέλω να γράψω για τα πάντα αλλά με πιέζουν οι λέξεις. Να σου πω για τις βόλτες τις σύντομες με τις λίγες κουβέντες. Για τα πνιχτά τσιγάρα και για όσα δε χρειάζεται να πούμε. Για τα ποδήλατα που ξεφουσκώνουν τις ρόδες τους τα ξωτικά όποτε θυμηθούν να μας πειράξουν. Για τους σκούφους τους ριχτούς. Για τα έπιπλα που μας χτυπάνε και μας γεμίζουν μελανιές. Για τα γέλια τα αυτά τα έτσι τα αλλιώτικα. Για τα κλάματα τα αυτά τα έτσι τα αλλιώτικα. Για τους έρωτες τους κατεστραμμένους αλλά ποτέ αφημένους στη λήθη. Για τα Σαββατόβραδα σε κόκκινους καναπέδες. Για τα χτυπημένα δάχτυλα πάνω στα πλήκτρα. Για τα λερωμένα ρούχα από χρώματα και μολύβια. Για το αλλιώς σε γνώρισα και αλλιώς σε αφήνω τώρα.
Για αυτά, τέλος πάντων. Μη μου ζητάς άλλες λέξεις, κοίτα τι έκανες. 


Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

Το Εκατοστό Πεντηκοστό Έκτο

Κι αν έτσι όλα καλά.
Χωρίς σενάρια, χωρίς υποθέσεις. Μια προσπάθεια και αρκεί.
Και φεύγω. Μεθαύριο.
Μαζεμένα όλα και κολλημένα κουτιά με καφέ χαρτοταινία. Ξαπλώσαμε μαζί στα πλακάκια να δροσιστούμε. Κόλλησε η σκόνη που είχαμε σηκώσει επάνω μας. Δυο ιδρωμένοι βρωμιάρηδες. Έσφιξες για λίγο το δάχτυλο μου στη χούφτα σου και ύστερα το παράτησες στο πλακάκι.
Δεν ξέρω γιατί το έκανες αυτό, μη με ρωτάς, δε βγάζω άκρη.
Δεν κάνω ανούσιες σκέψεις τι έζησα εδώ και τι πέταξα στο συμμάζεμα και τι βόλεψα μέσα στα κουτιά που θα ανοίξω άγνωστο πότε. Ανούσια όλα αυτά. Ούτε αποχαιρετισμοί. Ούτε δάκρυα. Ούτε τίποτα. Άχρηστοι συναισθηματισμοί που δεν προσφέρουν τίποτα.
Μόνο τα νεύρα έμειναν για τις υποχρεώσεις της τελευταίας ώρας. Και μου περνάνε μόνο όταν σκέφτομαι πόσο τα άλλαξες όλα. Και αυτό αρκεί. Πάνω από το αντίο και τα υπόλοιπα δήθεν βαριά.
Ένα πνίξιμο στο λαιμό, σταθερό, εκεί. Όχι για το τώρα που φεύγω αλλά για το άγνωστο μετά.
Σταματώ να κάνω σχέδια, στο υπόσχομαι, αφού ποτέ δεν πετυχαίνουν.
Και θέλω να κρατώ τα μάτια κλειστά αυτές τις δύο μέρες. Να μη δω τίποτα άλλο από αυτά τα εδώ, τα έτσι και τα αλλιώτικα.
Κι αν μπορούσα θα έφευγα τώρα κιόλας, να μη χρειάζεται να σέρνομαι σε άδειο σπίτι με βαριά ταβάνια, έτοιμα να με πλακώσουν. Ούτε σε παραλίες χωρίς φίλους που ήταν πάντα εδώ, εδώ, εδώ.
Δε γίνεται έτσι φίλε, το αρνούμαι. Ένα σάλτο γερό να τα περάσω όλα αυτά τα τελευταία. 

good times… for a change aka γιάννης καρδάσηςγραφίστας / dj / ραδιοφωνικός παραγωγόςhttp://goodtimesfor.blogspot.comτον σωτήρη (αν δεν είχε πηδήσει ήδη από το μπαλκόνι),το LOVE issue του VISIONAIRE,το αυτόγραφο του morrissey,τον γιακά του (τρόπαιο από την συναυλία στο ρόδον),το hulmerist (το πρώτο του dvd),το ροζ Jingle flowers 400% be@arbrick,το (μοναδικό) δαχτυλίδι της μαμάς μουκαι το i-pod..
photo taken http://pyrkagia.tumblr.com/page/2

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

To Εκατοστό Πεντηκοστό Πέμπτο

Γι’ αυτό το λέω
πως κάθε άνθρωπος που κάποτε ήρθε κοντά μας και μας τράβηξε,
ζει μέσα μας για πάντα.
Ωριμάζοντας μέχρι την εικόνα του την αληθινή.
Και βηματίζοντας μέχρι τη θέση που του αξίζει.
~Μάρω Βαμβουνάκη



Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

Το Εκατοστό Πεντηκοστό Τέταρτο


Εγώ δεν είπα ότι ήσουν η αιτία.
Εσύ μωρό μου ήσουν η αφορμή.
Η αφορμή να τρέξω από τις σκάλες
να προλάβω,
να μη σε χάσω.
Και ο έρωτάς μου για εσένα
έγινε μαύρος, πηχτός, πολύς
και γεμάτος παρανοήσεις. 
Μα δε με κέρδισες.
Κι ούτε φυσικά εγώ εσένα. 
Μόνο περάσαμε το χρόνο μας 
απαιτώντας από τον άλλον να μας γλιτώσει. 
Από τι δεν ξέραμε,
μόνο ζητούσαμε.

Παρακαλούσαμε με το κορμί 
και δεν προσπερνούσαμε 
το λαιμό που τεντωνόταν να απολαύσει. 
Καθίσαμε άνετα στο χθες 
και στο τώρα,
το δικό του το προσωπικό,
και όχι στο αύριο και το αντιμεθαύριο.
Μέσα στις σιωπές μας 
που απλώνονταν
και μας απομάκρυναν 
και ας γύρευαν τα χέρια
να μειώσουν τα βήματα. 

~ppk~

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013

To Εκατοστό Πεντηκοστό Τρίτο

Petite Fluer (Fernand Boniday και Mario Bua)

Έχω κρύψει στο καλύτερο σημείο
Στον κήπο της καρδιάς μου, ένα μικρό λουλούδι.

Αυτό το λουλούδι, πιο όμορφο και από ανθοδέσμη
Κρατά μυστικά

Όλα μου τα παιδικά όνειρα
Την αγάπη των γονιών μου

Και όλα αυτά τα φωτεινά πρωινά
Φτιαγμένα από ευτυχισμένες αναμνήσεις, μακρινές

Όταν η ζωή, προς στιγμή με προδίδει
Παραμένεις η ευτυχία μου

Μικρό λουλούδι
Στα είκοσι μου χρόνια

Σταματάω για λίγο
Να αναπνεύσω

Αυτό το άρωμα που τόσο έχω αγαπήσει
Στην καρδιά μου, θα ανθίζεις για πάντα

Στον μεγάλο κήπο της αγάπης
Μικρό λουλούδι




Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

Το Εκατοστό Πεντηκοστό Δεύτερο

η οποία τρέλα του όμορφου
γλυκού 
εγωισμού
σε οδήγησε σε κλειστά παντζούρια;
Και βγήκα και περπάτησα μετά από τη βροχή. Μετά. Τα άφησα τα ποιητικά τα ανόητα. Πάτησα στα σπασμένα πλακάκια της λεωφόρου Δημητριάδος και βράχηκαν τα πόδια μου. Και κρατούσα φακέλους με έγγραφα για μια τελευταία προσπάθεια. Αλλά δε θα μείνω. Δε θα μείνω. Τίποτα να με κρατήσει. Και μετά είπα να φύγω πιο μακριά. Τέσσερις δρόμους πιο πάνω. Είχε βγει ξανά ο ήλιος και με χτυπούσε έτσι που περπατούσα και ήταν όμορφα και ήταν το κεφάλι άδειο. Μόνο η ζέστη να με καίει. Κάθισα σε ένα café, που πρόσεξα για πρώτη φορά, και παρήγγειλα "δροσιά λεμονιού με δυόσμο". Μάσησα τα παγάκια και πάγωσε η γλώσσα μου. Μούδιασε το στόμα.
Το τίποτα, το τίποτα το θεόρατο να χώνεται μέσα από τη μύτη και τα αυτιά μου.
Έσκασαν πάλι οι λέξεις οι χαζές που δε βγάζουν νόημα. 
subway hangouts
Διάβασα προσεκτικά τον κατάλογο. Τα έγραφε όλα όμορφα. Με περίεργες ονομασίες όλα. Και μικρά αποσπάσματα από βιβλία στις σελίδες του. Τους έδωσα λίγη σημασία, όχι καθόλου, ούτε πολύ. Σκάλωσαν και οι τιράντες μου στη γυριστή πλάτη της καρέκλας. Έριξα κάτω ένα ποτήρι, βράχηκαν τα πλακάκια. Η ευγενική σερβιτόρα μου χαμογέλασε και μου είπε "δεν πειράζει". Αφού δεν πείραζε της χαμογέλασα και εγώ. Έπαιξα λίγο με τα κυβάκια από ζάχαρη που είχε στο τραπέζι, σε πορσελάνινο μπολάκι με λουλούδια γκρι να το στολίζουν. 
Η ζέστη με βούλιαξε, με πάτησε και έφτασα σε εκείνα τα βάθη της γκρίνιας της σιωπηρής. Ξεράθηκαν πάλι τα μάτια μου και θέλησα να γκρινιάξω σε κάποιον για αυτό. Και για τα άλλα. Αλλά δεν είχα άλλα. Γι' αυτό δεν έψαξα κάποιον. Δεν έχω άλλα. Ή απλά δεν τους έχω δώσει μορφή και σχήμα για να με απασχολήσουν ουσιαστικά και να σου γράφω κείμενα για αυτά. 
Αυτά. 

Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

Το Εκατοστό Πεντηκοστό Πρώτο

"Όταν δεν είμαστε πλήρεις, ψάχνουμε πάντα για κάποιον που να μας συμπληρώνει. Όταν, μετά από μερικά χρόνια ή μερικούς μήνες μιας σχέσης, βρίσκουμε πως ακόμη δεν είμαστε ολοκληρωμένοι, ρίχνουμε την κατηγορία στους συντρόφους μας και ξεκινάμε με κάποιον άλλον που υπόσχεται πολλά. Αυτό μπορεί να συνεχίζεται επ' άπειρον -αλυσιδωτή πολυγαμία- μέχρι να παραδεχτούμε ότι ενώ ένας σύντροφος μπορεί απλώς να προσθέσει κάποια γλύκα στη ζωή μας, εμείς οι ίδιοι είμαστε οι μόνοι υπεύθυνοι για την προσωπική μας ολοκλήρωση. Κανείς άλλος δεν μπορεί να μας προμηθεύσει, το να πιστεύουμε το αντίθετο σημαίνει να κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας επικίνδυνα, σημαίνει να προγραμματίζουμε με την πιθανή αποτυχία κάθε σχέση που ξεκινάμε.
Όταν γνωρίζονται δύο άνθρωποι και ερωτεύονται, παρουσιάζεται μια ξαφνική μαγεία στον αέρα. Η μαγεία έχει φυσική παρουσία. Εμείς έχουμε την τάση να τροφοδοτούμε αυτή την αυθόρμητη μαγεία χωρίς να προσπαθούμε να δημιουργήσουμε κι άλλη. Μια μέρα ξυπνάμε και βρίσκουμε ότι η μαγεία έχει χαθεί. Σκοτωνόμαστε να τη φέρουμε πίσω, αλλά συνήθως είναι πολύ αργά, μας έχει τελειώσει. Το μόνο που μας μένει να κάνουμε είναι να δουλέψουμε σκληρά για να φτιάξουμε κάποια πρόσθετη μαγεία από την αρχή. Είναι σκληρή δουλειά, προπάντων άμα φαίνεται περιττή και δεύτερο χέρι, αλλά αν θυμόμαστε πώς να την κάνουμε πολλαπλασιάζουμε τις πιθανότητες μας να κάνουμε τον έρωτα να μείνει. "

Λη- Τσέρι, "ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟΣ, ΜΙΑ ΑΠΙΘΑΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ" του Τομ Ρόμπινς

Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

Το Εκατοστό Πεντηκοστό

Κάθομαι εδώ και σου γράφω και κοιμάμαι με τ' αλάτι κολλημένο πάνω μου. Οι πέτρες της παραλίας δεν ενδείκνυνται για ύπνο. Ξύπνησα με τα κόκαλά μου να πονάνε μετά τη μεσημεριανή σιέστα. Σκεφτόμουν μέσα στον ύπνο μου ότι τα μάτια μας δεν έχουν συνηθίσει να βλέπουν ορίζοντες. Κολλάνε στην πρώτη σειρά και μόνο, και όταν τα πιέζουμε να τρέξουν πιο πέρα κουράζονται. Παραπονιούνται. Προσπάθησα, λοιπόν, να κοιτάξω πέρα πέρα, εκεί που τελειώνει η θάλασσα μπροστά μου. Τα μάτια μου γκρίνιαξαν αλλά επέμενα. Μετά είπα να βγάλω μια φωτογραφία να σου δείξω αλλά μου έβγαινε στραβός ο ορίζοντας. Η γραμμή που ενώνει θάλασσα και ουρανό δεν μπορούσε να βρει μια ευθεία! Προσπάθησα πόσες φορές. Αρνιόταν σου λέω. Και στην τελική ποιο είναι το νόημα να βγει ίσιος ο ορίζοντας στη φωτογραφία αν δεν μπορείς καν να τον κοιτάξεις στην πραγματικότητα; Και στην τελική γιατί να μην είναι στραβός; Να γέρνεις λίγο πλάι το κεφάλι για να τον κοιτάξεις. 
Και επειδή και στραβός είναι ο ορίζοντας-αυτός που δε βλέπουμε- και στραβά εμείς αρμενίζουμε άσε με, δώσε μου την άδεια σου σε παρακαλώ, κοίταξε με στα μάτια και επίτρεψέ μου, να σε σκοτώσω. Θα σε αφήσω εδώ, σε αυτή την παραλία, που δε θα έρθει άλλος κανένας. 
Και τώρα ας βουτήξω άλλη μία φορά. 


Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

Το Εκατοστό Τεσσαρακοστό Ένατο

Με πήρες τηλέφωνο και είχε φασαρία πολλή. Δε θυμόσουν πως μιλάνε-τόσους μήνες στη σιωπή ξεχάστηκες- και μου είπες μια κουβέντα μόνο. Χθες το βράδυ με ζωγράφισες. Μη νομίζεις ότι τρελάθηκε η καρδιά μου και σκάλωσε το βλέμμα μου στην απέναντι κουρτίνα. Όχι. Κάπνισα λίγο το άφιλτρο μου τσιγάρο- γιατί βλέπεις μερικά πράγματα δεν αλλάζουν, ακόμη ξεχνάω να αγοράσω φιλτράκια και ακόμη χάνω τους αναπτήρες μου, μόνο που τώρα δε τους βρίσκω στην τσέπη σου. Και ξεχάστηκε και η δική μου φωνή. Καλύτερα δηλαδή, έτσι βραχνιασμένη που είναι. Και μείναμε κρεμασμένοι σε ένα βουβό τηλέφωνο. 
Περπατούσα τα δεκαπέντε βήματα, τα γνωστά, και μετρούσα τα πλακάκια. Ένα ακόμη στοιχείο παράνοιας. Προσπαθούσα να μην πατήσω να μικροσκοπικά ζωύφια που σου έτρωγαν τις σκέψεις τα βράδια και σε περπατούσαν στα χέρια. Και μούδιαζαν τα ακροδάχτυλά σου. Μικρέ μου παρανοϊκέ. 
-Και τώρα φεύγεις; σου είπα τραγουδιστά. 
-Ναι. μου είπες απλά. 
Μία λέξη κάθε φορά. 
Και αποφάσισες να κλείσουμε γιατί η φασαρία δε σε άφηνε να ακούς την αναπνοή μου. Και συνέχισα να μετράω πλακάκια και βήματα με το τηλέφωνο στο χέρι. Πάτησα και το κιτρινιασμένο τσιγάρο να γίνει μικρή τόση δα βρωμιά. 
Αν μαζεύαμε όλου του κόσμου τ' αποτσίγαρα θα πνιγόμασταν κάτω από αυτά. Μόνο αυτό σκεφτόμουν. Αγχωτικοί, νευρωτικοί, με άρρωστα πνευμόνια. Αυτοί είμαστε και θέλουμε να περνιόμαστε για ρομαντικοί. Σάπιοι εγωιστές του τίποτα. 
Τα είπα και ξέσκασα και σταμάτησα να μετράω πλακάκια

Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Το Εκατοστό Τεσσαρακοστό Όγδοο

Είπαμε να κάνουμε και μία μόνο σοβαρή συζήτηση. Μία. Και ήταν όμορφα και αγχωτικά. Πάντα με αναστατώνουν οι συζητήσεις μαζί σου-ακόμη και οι ανόητες-, να μπορέσω να ανταπεξέλθω και να απαντήσω. Ποια μουσική να βάλω τώρα να ακούσω να μη σκέφτομαι. Όχι εσένα. Εσύ τελειώνεις κάθε φορά που χωριζόμαστε και ξαναρχίζεις όταν σε βλέπω πίσω από το τζάμι. Τις υπόλοιπες ώρες δεν υπάρχεις. Υπάρχει μόνο η ιδέα σου. Αόριστος και ερωτεύσιμος και ποτέ ερωτευμένη μαζί σου. 
Και όλα μπάχαλο. Όλα χαμός και εμείς πλατσουρίζουμε στη θάλασσα και περνάμε τα βράδια μας σε στενάκια με συναυλίες. Και παίρνουμε τα πάντα αψήφιστα και δε σκεφτόμαστε το αύριο, ούτε το μεθαύριο, ούτε το σε ένα μήνα, και ας έρχονται γρηγορότερα. Γέμισε το τετράδιο, τελείωσαν και οι λίστες και τίποτα δεν ολοκληρώθηκε. Πέρασε και αυτός ο χρόνος και δεν μπορώ να βάλω τις λέξεις σε σειρά.
Δεν μπορώ να σου γράψω ότι τρελαίνομαι αυτές τις μέρες. Για το άγνωστο, για την εργασία την ηλίθια, για τον επόμενο μήνα και για την επόμενη χρονιά, για το μετά, το μετά, το μετά, για τους φίλους που αφήνω, για όσους πάλι σβήνω και ξεχνάω, για την τελική αξιολόγηση, την αποτίμηση, την ενηλικίωση -διαδικασία σταδιακή και πάντοτε ημιτελή-, για όσα πάλι πρέπει να προσπεράσω, για τις ανασφάλειες και τους φόβους τους γνωστούς και άγνωστους, για εσένα και για τα κεράσια που έκρυψες μέσα στην τσέπη μου. Για όλα αυτά και ορισμένα άλλα δεν μπορώ να γράψω για τις όμορφες μέρες που περνάω. Μόνο βαλτώνω στο άγχος και την πίεση την ολοδική μου. 
Για αυτό στο είπα. Αλλά παλί εσύ άκουσες και δεν άκουσες. Θα κάνω ότι τίποτα δε νιώθω ώσπου να σκάσει το μέσα μου σε χιλιάδες κομφετί. Θα κλείσω τα μάτια απότομα να παγιδευτούν οι σκέψεις πίσω από τα βλέφαρα. Να μην περνάει ο χρόνος αδιάφορα γιατί δεν το αντέχω. 



Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

Το Εκατοστό Τεσσαρακοστό Έβδομο

"Είναι δυο άνθρωποι : Ο ένας με μαχαίρι, ο άλλος άοπλος.

Αυτός με το μαχαίρι λέει στον άλλον: «Θα σε σκοτώσω»

«Μα γιατί» ρωτά ο άοπλος,

«τι σου ΄χω κάνει; Πρώτη φορά βλεπόμαστε. Ούτε σε ξέρω, ούτε με ξέρεις»

«Γι αυτό ακριβώς θα σε σκοτώσω. Αν γνωριζόμασταν, μπορεί να σ’ αγαπούσα» λέει αυτός με το μαχαίρι.

«’Η και να με μισούσες» λέει ο άοπλος,

«να με μισούσες τόσο, που με χαρά μεγάλη θα με σκότωνες. Γιατί να στερηθείς μια τέτοια απόλαυση ; Έλα να γνωριστούμε»

«Κι αν σ αγαπήσω» επιμένει ο οπλισμένος,

«αν σ’ αγαπήσω, τι θα κάνει τούτο το μαχαίρι;»

«Ω, μη φοβάσαι…» λέει ο άοπλος..

«σκοτώνει ακόμη κι η αγάπη. Και τότε… είναι ακόμη πιο μεγάλη η απόλαυση»


Αργύρης Χιόνης- Ασήμαντα Περιστατικά

Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Το Εκατοστό Τεσσαρακοστό Έκτο

Κι αν κοιτάξεις
λίγο καλύτερα 
θα καταλάβεις
ότι οι στίχοι που διαλέγες ήταν πάντοτε
γεμάτοι λάθη. 
Κι αν κοιτάξεις
κάπως προσεκτικά
θα δεις
ότι κανείς δεν
είναι πλέον δίπλα σου
στο αγώνα που έστησες για τον εαυτό σου.
Μοιραζόμαστε
τις ίδιες λέξεις.
Ε και; 

Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

Το Εκατοστό Τεσσαρακοστό Πέμπτο

Οχού. 
Με κούρασες. 
Με κούρασες πολύ.
Δεν προλαβαίνω να μετρήσω να παράπονά σου. Δεν προλαβαίνω να φτιάξω μια λίστα με τις βλακείες σου. Και θα γέμιζα, τώρα που το σκέφτομαι, κοντά τρεις με τέσσερις σελίδες. Και τι κάθομαι εγώ και γέρνω πάνω σου; Βουλιάζω μέσα σε αυτή την κολόνια στο άσπρο κοντομάνικο. Πιάνομαι από πάνω σου αλλά πάλι πέφτω σε βάθος ατελείωτο. 
Τι ανοησίες είναι αυτές; Οι δικές σου ωριμότητες, οι δικές μου ηλιθιότητες. Και είναι όλα τα λόγια ανούσια και φτωχά. Γιατί δε θα έπρεπε να είμαι εδώ στο πράσινο τραπέζι. Θα έπρεπε να είμαι σε άλλη πόλη. Σε άλλα χέρια σφιχτά αγκαλιασμένη. 
Και είναι κι αυτό. Είναι και το δικό μου τ' άλλο. 
Είναι όλα που δε μοιάζουν με το μεταξύ μας το τίποτα. 
Αλλά τίποτα δε μπορεί να ονομαστεί κάπως όταν δεν υπάρχει. 

Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Το Εκατοστό Τεσσαρακοστό Τέταρτο

Και όσο εμείς χτυπιόμαστε να προλάβουμε την ορκωμοσία του Ιουλίου, το καλοκαίρι έφτασε και δεν πήραμε καν χαμπάρι. Ξεκινήσαμε να φοράμε καλοκαιρινές πιτζάμες γιατί ένας φίλος μας θύμισε ότι έχει ήλιο έξω. Και γυρίζοντας τα μεσημέρια μετά τη δουλειά σπίτι βλέπεις τους ανθρώπους με τα μαγιό να παίρνουν το δρόμο προς την παραλία, με μπάλες και ρακέτες στα χέρια.
Το τραγικό της υπόθεσης είναι ότι δεν έχω καν όρεξη να πάω για το πρώτο μου μπάνιο. Όχι ότι θα προλάβαινα, αλλά λέμε τώρα. Εγώ μια βόλτα απογευματινή ζητάω να πάμε μαζί. Να δούμε τι έχεις να μας πεις. Τι θα βρεις να με κάνεις να γελάσω, με μάτια κλειστά. Πάντα. Ένα σύντομο διάλειμμα ψάχνω κάθε μέρα. Αλλά όλοι τρέχουν και κανείς δε φτάνει. Ώσπου θα έρθουν οι μέρες των εξετάσεων και θα έχουμε φτάσει. Εκεί. Στο σημείο μηδέν.
Δε θέλω μπάνια λοιπόν με όλο το πακέτο σαγιονάρα-αντηλιακό-μαγιό-κ κολλημένη άμμο στα δάχτυλα των ποδιών. Ίσως να δεχτώ μόνο τις σαγιονάρες γιατί πόσο βολεύει να ανεβάζεις τα ξυπόλητα πόδια σου στην καρέκλα τα καλοκαίρια; Θέλω να προλάβω. Θέλω να τελειώσουν οι λίστες με τις υποχρεώσεις.
Και μάντεψε, θέλω ακόμη κάτι: Να μη φύγω από εδώ.

Να τα μας. Όπως κάθε τέλος ακαδημαϊκής χρονιάς πάλι θα γκρινιάξω που θα φύγω από εδώ. Φαντάσου τώρα που μιλάμε για κατάσταση οριστική και αμετάκλητη. Αλλά είπαμε, τώρα δεν έχω δυνάμεις να σκεφτώ κάτι παραπάνω από τα όσα έχω να κάνω αύριο. Που δεν είναι λίγα. Φαντάσου, ούτε εσένα δεν προλαβαίνω να σκεφτώ και τα αστεία σου μαλλιά. 

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

To Εκατοστό Τεσσαρακοστό Τρίτο

Και γίναμε όλοι μια μεγάλη διαδικτυακή παρέα. Και βαριόμαστε να πάρουμε ένα τηλέφωνο, αλλά λιώνουμε στις φωτογραφίες του άλλου. Διαβάζουμε την κάθε κίνηση του, μήπως υπάρχει κάτι που προσπεράσαμε νωρίτερα, αλλά ντρεπόμαστε να του πούμε να πάμε μία βόλτα. Και μένουμε σπίτι, σπίτι, σπίτι. Με διάλειμμα, ανάμεσα στο διάβασμα και τις εργασίες, τα νέα των φίλων, που και αυτοί μένουν σπίτι, σπίτι, σπίτι. Ή όχι. Και τότε ζηλεύουμε. Και κουραζόμαστε ακόμη περισσότερο.
Και δεν έχω διάθεση να γράψω γιατί όλο γράμματα μπροστά μου τον τελευταίο μήνα. Όλο γράφω για εργασίες και ακόμη οι σελίδες που πρέπει να βγουν δεν έχουν φτάσει στο σωστό αριθμό. 
Μπορείς να ξεχάσεις για λίγο τα ρομάντζα λοιπόν. Σε αφήνω να κάνεις ένα διάλειμμα από την όμορφη μελαγχολία. Και εγώ για λίγες μέρες ακόμη θα τα βάλω με όλα και με όλους από τη βαρεμάρα. 


ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΗΑΤΕ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΛΙΕΣ. 
ΚΑΙ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΗΑΤΕ ΚΑΙ ΣΕ ΕΜΑΣ ΠΟΥ ΤΑ ΑΦΗΣΑΜΕ ΟΛΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΚΑΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ.

Σάββατο, 18 Μαΐου 2013

To Εκατοστό Τεσσαρακοστό Δεύτερο

μωρό μου δεν σε καταλαβαίνω
γι' αυτό θέλω να πεθάνεις
αλλά πρώτα ας χορέψουμε λίγο
χωρίς να μ' αγγίζεις
γιατί αηδιάζω
μόνο τα πόδια μας να κοπανάμε με δύναμη στο πάτωμα
να σηκώσουμε την γειτονιά στο πόδι
λίγο πριν πεθάνουμε
υπήρξαμε κι εμείς
υπήρξαμε κι εδώ
και κοπανάγαμε τα πόδια μας χορεύοντας
μέχρι να πεθάνουμε

πόσα γενέθλια περάσαμε;
πόσα μπάνια κάναμε όσο ο κόσμος καιγόταν έξω;
βλέπω τον κόσμο απ' τις σχισμές στα πατζούρια
ο κόσμος δεν ξέρει ότι κρυβόμαστε εδώ
και δεν βγαίνουμε ούτε για να φάμε

Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

Το Εκατοστό Τεσσαρακοστό

Σχεδόν τίποτα.
Σχεδόν καλά.
Σχεδόν μαζί. 
Σχεδόν οριστικά. 
Σχεδόν ανέπαφα.
Σχεδόν επιφανειακά. 
Σχεδόν μηχανικά. 
Σχεδόν αθώος. 
Σχεδόν μετανιωμένος.
Σχεδόν αποφασισμένος.
Σχεδόν ηλίθιος. 
Σ' αυτή τη λέξη, την πονηρή, ναυάγησε ολόκληρη η ζωή σου. 
Τι κρίμα. 
Και ήταν, σχεδόν, δυο βήματα η στεριά. 

Aλκυόνη Παπαδάκη


Κυριακή, 5 Μαΐου 2013

Το Εκατοστό Τριακοστό Ένατο


Το παγκάκι που βρυχάται

Λιγόστεψαν τα παγκάκια για τους ερωτευμένους και τους ονειροπόλους ποιητές σε αυτή την πόλη. Δεν βρίσκουν τόπο να σταθούν πια οι στίχοι και οι όρκοι. Απόκληροι και άστεγοι, πένητες και φυγάδες κατέλαβαν τις θέσεις στάθμευσης των μοσχαναθρεμμένων οπισθίων μας. Εκεί που κάποτε χαράζαμε καρδιές κι ονόματα τώρα κάποιος ανέστιος κοιμάται. Εκεί που κάποτε ανταμώναμε τον έρωτα τώρα κάποιος την πείνα βάζει προσκεφάλι. Κατειλημμένα τα παγκάκια μας από περιττές υπάρξεις που κάθε φορά που σηκώνονται αφήνουν πίσω τους μια ενοχλητική ιστορία για να καθίσει επάνω τους ο επόμενος. Μια ιστορία γεμάτη αγκάθια που τσιμπάνε και ματώνουν σε ένα παγκάκι που βρυχάται.
Κάτσε και μάτωσε. Κάτσε πάνω στους εφιάλτες και αφουγκράσου. Πάρε τον βρυχηθμό και κάνε τον στίχο. Χάραξέ τον πάνω στο παγκάκι για να τον βρει ο επόμενος. Κι εγώ σε αυτή την ποίηση θα υποκλιθώ και όχι στα βραβεία σου. Εκεί σε θέλω. Σε ένα παγκάκι που βρυχάται.


Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Το Εκατοστό Τριακοστό Έβδομο


At night, she sleeps, 
A cradle rocking next to her
In perfect time with her heart beat
With you I've had, the greatest of times
With you I've reached, the greatest of heights
Music is like air to me and I just want to help you breathe

Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

Το Εκατοστό Τριακοστό Έκτο


Ξάπλωσα για λίγο στο γρασίδι με τις μαργαρίτες. Και φορούσες ξεβαμμένα από τον ήλιο ρούχα. Τσαλακωμένα να μου δείχνουν τις κινήσεις του κορμιού σου. Ταξιδέψαμε για λίγο στα σύννεφα από πάνω μας. Και ήταν όμορφα. Πολύ. 
Άνοιξες την μπύρα και πετάχτηκε το καπάκι, εκεί δίπλα. Αν πάω, ακόμη εκεί θα είναι, θα μας περιμένει να το μαζέψουμε.
Φορούσα τρία δαχτυλίδια και γυάλιζαν στο φως. Και έκαναν σχήματα πάνω μας. Και ξέρεις και τι άλλο; Έγιναν πουλιά για λίγο τα χέρια μου. Δεν ξέρω αν το είδες. Έπεφταν οι σκιές τους στο πρόσωπό σου, να σε ακουμπήσουν. Έστω κι έτσι. Και πήρα και έπλεξα στεφάνι να φορέσω. Και μπλέχτηκαν οι μαργαρίτες στα μαλλιά και στο μαντήλι. 
Και όλα ήταν εντάξει.
Και όλα ήταν καλά.
Και όλα έλαμπαν.
Και στα μάτια μας μπροστά σχηματίστηκαν κύκλοι χρωματιστοί.
Μεθύσαμε στο γρασίδι.Με λέξεις και με ήλιο. 

Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Το Εκατοστό Τριακοστό Πέμπτο


Αnd when love came to us twice 
and lied to us twice 
we decided to never love again 
that was fair 
fair to us 
and fair to love itself.

we ask for no mercy or no 
miracles; 
we are strong enough to live 
and to die and to 
kill flies,

attend the boxing matches, go to the racetrack, 
live on luck and skill, 
get alone, get alone often, 
and if you can’t sleep alone 
be careful of the words you speak in your sleep; 
and 
ask for no mercy 
no miracles;

and don’t forget: 
time is meant to be wasted, 
love fails
and death is useless.

-Charles Bukowsky-


Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

To Εκατοστό Τριακοστό Τέταρτο


Δεν περιμένω να μου πεις τις λέξεις που έχω στο μυαλό μου.
Δεν περιμένω τίποτα όμορφο να ακούσω.
Περιμένω μόνο να μου δείξεις τι σκέφτεσαι.
Μη μου ζητάς να σου πω τον τρόπο.
Δε δίνονται έτσι οι λύσεις.
Περιμένω μια δική σου πράξη να ξεκαθαρίσει τα πάντα.
Γιατί ξέχασα πώς είναι τα δικά σου φιλιά.
Ξέχασα και πώς είναι να σου κρατώ το χέρι.
Κι αν ποτέ ξανασυμβεί θα είναι σαν η πρώτη φορά.
Ξέχασα πώς είναι να σε εμπιστεύομαι και να πιστεύω τα λόγια σου.
Ξέχασα ακόμη πώς ήταν να  πιστεύω ότι ποτέ δε θα ξεχνούσα τίποτα από όλα αυτά. 
Μα φταίνε οι μισές κουβέντες που έμειναν φαντάσματα αληθινά να στέκουν ανάμεσά μας.
Και για πες μου τώρα τι θα γίνει;
Τέτοια στοιχειωμένα μυαλά πώς θα ηρεμήσουν;