Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

Το Εκατοστό Πεντηκοστό

Κάθομαι εδώ και σου γράφω και κοιμάμαι με τ' αλάτι κολλημένο πάνω μου. Οι πέτρες της παραλίας δεν ενδείκνυνται για ύπνο. Ξύπνησα με τα κόκαλά μου να πονάνε μετά τη μεσημεριανή σιέστα. Σκεφτόμουν μέσα στον ύπνο μου ότι τα μάτια μας δεν έχουν συνηθίσει να βλέπουν ορίζοντες. Κολλάνε στην πρώτη σειρά και μόνο, και όταν τα πιέζουμε να τρέξουν πιο πέρα κουράζονται. Παραπονιούνται. Προσπάθησα, λοιπόν, να κοιτάξω πέρα πέρα, εκεί που τελειώνει η θάλασσα μπροστά μου. Τα μάτια μου γκρίνιαξαν αλλά επέμενα. Μετά είπα να βγάλω μια φωτογραφία να σου δείξω αλλά μου έβγαινε στραβός ο ορίζοντας. Η γραμμή που ενώνει θάλασσα και ουρανό δεν μπορούσε να βρει μια ευθεία! Προσπάθησα πόσες φορές. Αρνιόταν σου λέω. Και στην τελική ποιο είναι το νόημα να βγει ίσιος ο ορίζοντας στη φωτογραφία αν δεν μπορείς καν να τον κοιτάξεις στην πραγματικότητα; Και στην τελική γιατί να μην είναι στραβός; Να γέρνεις λίγο πλάι το κεφάλι για να τον κοιτάξεις. 
Και επειδή και στραβός είναι ο ορίζοντας-αυτός που δε βλέπουμε- και στραβά εμείς αρμενίζουμε άσε με, δώσε μου την άδεια σου σε παρακαλώ, κοίταξε με στα μάτια και επίτρεψέ μου, να σε σκοτώσω. Θα σε αφήσω εδώ, σε αυτή την παραλία, που δε θα έρθει άλλος κανένας. 
Και τώρα ας βουτήξω άλλη μία φορά. 


Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

Το Εκατοστό Τεσσαρακοστό Ένατο

Με πήρες τηλέφωνο και είχε φασαρία πολλή. Δε θυμόσουν πως μιλάνε-τόσους μήνες στη σιωπή ξεχάστηκες- και μου είπες μια κουβέντα μόνο. Χθες το βράδυ με ζωγράφισες. Μη νομίζεις ότι τρελάθηκε η καρδιά μου και σκάλωσε το βλέμμα μου στην απέναντι κουρτίνα. Όχι. Κάπνισα λίγο το άφιλτρο μου τσιγάρο- γιατί βλέπεις μερικά πράγματα δεν αλλάζουν, ακόμη ξεχνάω να αγοράσω φιλτράκια και ακόμη χάνω τους αναπτήρες μου, μόνο που τώρα δε τους βρίσκω στην τσέπη σου. Και ξεχάστηκε και η δική μου φωνή. Καλύτερα δηλαδή, έτσι βραχνιασμένη που είναι. Και μείναμε κρεμασμένοι σε ένα βουβό τηλέφωνο. 
Περπατούσα τα δεκαπέντε βήματα, τα γνωστά, και μετρούσα τα πλακάκια. Ένα ακόμη στοιχείο παράνοιας. Προσπαθούσα να μην πατήσω να μικροσκοπικά ζωύφια που σου έτρωγαν τις σκέψεις τα βράδια και σε περπατούσαν στα χέρια. Και μούδιαζαν τα ακροδάχτυλά σου. Μικρέ μου παρανοϊκέ. 
-Και τώρα φεύγεις; σου είπα τραγουδιστά. 
-Ναι. μου είπες απλά. 
Μία λέξη κάθε φορά. 
Και αποφάσισες να κλείσουμε γιατί η φασαρία δε σε άφηνε να ακούς την αναπνοή μου. Και συνέχισα να μετράω πλακάκια και βήματα με το τηλέφωνο στο χέρι. Πάτησα και το κιτρινιασμένο τσιγάρο να γίνει μικρή τόση δα βρωμιά. 
Αν μαζεύαμε όλου του κόσμου τ' αποτσίγαρα θα πνιγόμασταν κάτω από αυτά. Μόνο αυτό σκεφτόμουν. Αγχωτικοί, νευρωτικοί, με άρρωστα πνευμόνια. Αυτοί είμαστε και θέλουμε να περνιόμαστε για ρομαντικοί. Σάπιοι εγωιστές του τίποτα. 
Τα είπα και ξέσκασα και σταμάτησα να μετράω πλακάκια

Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Το Εκατοστό Τεσσαρακοστό Όγδοο

Είπαμε να κάνουμε και μία μόνο σοβαρή συζήτηση. Μία. Και ήταν όμορφα και αγχωτικά. Πάντα με αναστατώνουν οι συζητήσεις μαζί σου-ακόμη και οι ανόητες-, να μπορέσω να ανταπεξέλθω και να απαντήσω. Ποια μουσική να βάλω τώρα να ακούσω να μη σκέφτομαι. Όχι εσένα. Εσύ τελειώνεις κάθε φορά που χωριζόμαστε και ξαναρχίζεις όταν σε βλέπω πίσω από το τζάμι. Τις υπόλοιπες ώρες δεν υπάρχεις. Υπάρχει μόνο η ιδέα σου. Αόριστος και ερωτεύσιμος και ποτέ ερωτευμένη μαζί σου. 
Και όλα μπάχαλο. Όλα χαμός και εμείς πλατσουρίζουμε στη θάλασσα και περνάμε τα βράδια μας σε στενάκια με συναυλίες. Και παίρνουμε τα πάντα αψήφιστα και δε σκεφτόμαστε το αύριο, ούτε το μεθαύριο, ούτε το σε ένα μήνα, και ας έρχονται γρηγορότερα. Γέμισε το τετράδιο, τελείωσαν και οι λίστες και τίποτα δεν ολοκληρώθηκε. Πέρασε και αυτός ο χρόνος και δεν μπορώ να βάλω τις λέξεις σε σειρά.
Δεν μπορώ να σου γράψω ότι τρελαίνομαι αυτές τις μέρες. Για το άγνωστο, για την εργασία την ηλίθια, για τον επόμενο μήνα και για την επόμενη χρονιά, για το μετά, το μετά, το μετά, για τους φίλους που αφήνω, για όσους πάλι σβήνω και ξεχνάω, για την τελική αξιολόγηση, την αποτίμηση, την ενηλικίωση -διαδικασία σταδιακή και πάντοτε ημιτελή-, για όσα πάλι πρέπει να προσπεράσω, για τις ανασφάλειες και τους φόβους τους γνωστούς και άγνωστους, για εσένα και για τα κεράσια που έκρυψες μέσα στην τσέπη μου. Για όλα αυτά και ορισμένα άλλα δεν μπορώ να γράψω για τις όμορφες μέρες που περνάω. Μόνο βαλτώνω στο άγχος και την πίεση την ολοδική μου. 
Για αυτό στο είπα. Αλλά παλί εσύ άκουσες και δεν άκουσες. Θα κάνω ότι τίποτα δε νιώθω ώσπου να σκάσει το μέσα μου σε χιλιάδες κομφετί. Θα κλείσω τα μάτια απότομα να παγιδευτούν οι σκέψεις πίσω από τα βλέφαρα. Να μην περνάει ο χρόνος αδιάφορα γιατί δεν το αντέχω. 



Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

Το Εκατοστό Τεσσαρακοστό Έβδομο

"Είναι δυο άνθρωποι : Ο ένας με μαχαίρι, ο άλλος άοπλος.

Αυτός με το μαχαίρι λέει στον άλλον: «Θα σε σκοτώσω»

«Μα γιατί» ρωτά ο άοπλος,

«τι σου ΄χω κάνει; Πρώτη φορά βλεπόμαστε. Ούτε σε ξέρω, ούτε με ξέρεις»

«Γι αυτό ακριβώς θα σε σκοτώσω. Αν γνωριζόμασταν, μπορεί να σ’ αγαπούσα» λέει αυτός με το μαχαίρι.

«’Η και να με μισούσες» λέει ο άοπλος,

«να με μισούσες τόσο, που με χαρά μεγάλη θα με σκότωνες. Γιατί να στερηθείς μια τέτοια απόλαυση ; Έλα να γνωριστούμε»

«Κι αν σ αγαπήσω» επιμένει ο οπλισμένος,

«αν σ’ αγαπήσω, τι θα κάνει τούτο το μαχαίρι;»

«Ω, μη φοβάσαι…» λέει ο άοπλος..

«σκοτώνει ακόμη κι η αγάπη. Και τότε… είναι ακόμη πιο μεγάλη η απόλαυση»


Αργύρης Χιόνης- Ασήμαντα Περιστατικά

Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Το Εκατοστό Τεσσαρακοστό Έκτο

Κι αν κοιτάξεις
λίγο καλύτερα 
θα καταλάβεις
ότι οι στίχοι που διαλέγες ήταν πάντοτε
γεμάτοι λάθη. 
Κι αν κοιτάξεις
κάπως προσεκτικά
θα δεις
ότι κανείς δεν
είναι πλέον δίπλα σου
στο αγώνα που έστησες για τον εαυτό σου.
Μοιραζόμαστε
τις ίδιες λέξεις.
Ε και; 

Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

Το Εκατοστό Τεσσαρακοστό Πέμπτο

Οχού. 
Με κούρασες. 
Με κούρασες πολύ.
Δεν προλαβαίνω να μετρήσω να παράπονά σου. Δεν προλαβαίνω να φτιάξω μια λίστα με τις βλακείες σου. Και θα γέμιζα, τώρα που το σκέφτομαι, κοντά τρεις με τέσσερις σελίδες. Και τι κάθομαι εγώ και γέρνω πάνω σου; Βουλιάζω μέσα σε αυτή την κολόνια στο άσπρο κοντομάνικο. Πιάνομαι από πάνω σου αλλά πάλι πέφτω σε βάθος ατελείωτο. 
Τι ανοησίες είναι αυτές; Οι δικές σου ωριμότητες, οι δικές μου ηλιθιότητες. Και είναι όλα τα λόγια ανούσια και φτωχά. Γιατί δε θα έπρεπε να είμαι εδώ στο πράσινο τραπέζι. Θα έπρεπε να είμαι σε άλλη πόλη. Σε άλλα χέρια σφιχτά αγκαλιασμένη. 
Και είναι κι αυτό. Είναι και το δικό μου τ' άλλο. 
Είναι όλα που δε μοιάζουν με το μεταξύ μας το τίποτα. 
Αλλά τίποτα δε μπορεί να ονομαστεί κάπως όταν δεν υπάρχει.