Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Το Διακοσιοστό Έβδομο

Όλο και πιο γρήγορα, πατούσα το πηδάλι. Έσπρωχνα το σώμα μπροστά, ένιωθα τον αέρα να με χτυπά στο πρόσωπο. Τι υπέροχη αίσθηση, να θέλει η καρδιά να βγει από το στήθος από την ένταση. Και το πεζοδρόμιο, δικός μου προσωπικός αερολιμένας για την πτήση. Σφύριζαν οι ντουντούκες του αγώνα. Ώσπου εμφανίστηκε αυτή η στροφή. Τα μάτια άνοιξαν διάπλατα. Τα φρένα ούρλιαξαν. Το σώμα απέκτησε βάρος φύλλου δέντρου που έπεφτε παραδίπλα  πορτοκαλί και μισοξεραμένο. Η πτώση. Και ορκίζομαι ήταν η πρώτη φορά που πέταξα αληθινά. Έγλειψα τον ασφαλτωμένο δρόμο με τον ώμο και το μάγουλό μου. Η προσγείωση πάντα είναι έντονη. Έπρεπε να το γνωρίζω. Αλλά άλλη η αίσθηση της προσωπικής εμπειρίας. Ξαπλωμένη στο σταυροδρόμι εκείνο. Το σπίτι μου ούτε εκατό μέτρα μακριά. 

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

Το Διακοσιοστό Έκτο

Είχε καστανά μάτια και καστανά μαλλιά. Γύρευε να βρει το Θείο. Η αγαπημένη μου κόρη κοιμόταν πάντα δίπλα στο νερό και έβρεχε τα ακροδάχτυλά της. Τσαλάκωνε το πρόσωπό της και ούρλιαζε μέσα στο μαξιλάρι. Τη συνάντησα τελευταία φορά, μήνες πριν, σε μια πόλη που πήγα πρώτη φορά. Και για αυτή ήταν ξένη. Φορούσε γκρι ζακέτα ανδρική, θυμάμαι.
-Ακούς; Τη φασαρία. Νομίζω σήμερα είναι Σάββατο και περιμένω να έρθεις. 
Σάββατο απόγευμα ήμουν εκεί. 
Σάββατο βράδυ τη χαιρέτησα. 
Καμία συζήτηση για το μετά. Ούτε έντονες συζητήσεις για το πως δε θα γίνει ένα, δε θα μπει ολοκληρωτικά στις συμβουλές που της έδινα χρόνια. Πού έμενε; Πού ζεις; Πού βρίσκεσαι, πες μου, μόνο ότι είσαι καλά. 
Οι φωτογραφίες οι παλιές σε σύγκριση με το τώρα. Οι φωτογραφίες οι παλιές και το κορίτσι που πίστευα ότι θα γίνει. Με δυναμικότητα και ενθουσιασμό. Με αγάπη για τα πάντα. Για όλους ένα κομμάτι. Για όλους έφτανε. Μόνο για όσους δε την ήθελαν την αγάπη αυτή. Μόνο για αυτούς. Όσοι πραγματικά τη νοιάζονταν τους κρατούσε σε απόσταση. Ασφαλείας. Μήπως και κλέψει, όπως έκαναν σε αυτή, κομμάτια δικά τους και δεν μπορούσε να τα γυρίσει πίσω. 
Την είδα να με περιμένει στο απέναντι πεζοδρόμιο. Πάλι καπνίζει; Όχι, δαγκώνει τα χείλη νευρικά. Σίγουρα πάλι ματωμένα. Σίγουρα πάλι φόρεσε ότι βρήκε μπροστά της. Σίγουρα, θα 'χει το δωμάτιο καθαρό και τη ψυχή της γεμάτη βρωμιές. Σίγουρα κάτι έχει να μου πει που δε θα μου αρέσει. 
Δεν ξέρει πως να το πει. Τι λέξεις να χρησιμοποιήσει. Τα έκανε όλα μπουρδέλο, πάλι. Δε βρίσκει άκρη στις σκέψεις της, πάλι. Πάλι θα με βρει απέναντι. Πάλι θα θέλει να κοιμηθούμε αγκαλιά να ηρεμήσει. Και εγώ εκεί. Να τη νανουρίζω και να παρακαλάω για βοήθεια. Από εκεί που περιμένει και αυτή και ποτέ δε τη βλέπει. Όλα μπροστά της και ποτέ δε θα τα δει. 
Ο δρόμος είχε κίνηση. Τα μάτια μου είχαν κολλήσει σε αυτήν. Δεν μπορούσα να μη χαμογελώ που την είδα. Πόσο μου είχε λείψει. Και εγώ ανάμεσα στους τυχερούς που θα την ξεχώριζαν ανάμεσα στους ξένους και στους κρύους στους αδιάφορους που δε σταματούν ένα λεπτό να κοιτάξουν. 
-