Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

Το Εκατοστό Εξηκοστό Τέταρτο

Θυμάσαι;
    την αγαπημένη μας συνήθεια
    τα βράδια στην κρυφή μας παραλία
    Θυμάσαι;
    την πρώτη φορά που με φίλησες
    άρχισε να βρέχει
    “καλό σημάδι! ”, είπες
    “καλό σημάδι;”, ρώτησα
    Θυμάσαι;
    με πήρες απ’ το χέρι και πέσαμε στην θάλασσα
    κάναμε έρωτα
    ήμασταν μέσα στην βροχή
    Θυμάσαι;
    καταλήξαμε στο λιμανάκι
    να λέμε κάτι για τα φώτα τα μακρινά
    και για τα καράβια που έρχονται
    ή μήπως γι’ αυτά που φεύγουν;

Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Το Εκατοστό Πεντηκοστό Εξηκοστό Τρίτο


Θα μπορούσα να πω ότι το να έχει κανείς ίλιγγο σημαίνει να μεθάει από την ίδια την αδυναμία του. 
Έχει κανείς συνείδηση της αδυναμία του και δεν θέλει να της αντισταθεί, αλλά να εγκαταλειφθεί σ' αυτήν.
Μεθάς από την αδυναμία σου, θέλεις να γίνεις ακόμη πιο αδύναμος, θέλεις να καταρρεύσεις στη μέση του δρόμου, μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου, θέλεις να είσαι καταγής, ακόμα πιο κάτω από καταγής. 

~ΜΙΛΑΝ ΚΟΥΝΤΕΡΑ, "Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι" 

Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

Το Εκατοστό Εξηκοστό Δεύτερο

Την είχε ακούσει πολλές φορές την έκφραση. Ποτέ δεν την είχε βιώσει προσωπικά. Δεν καταλάβαινε, δεν καταλάβαινε την παράνοια που προέρχεται από τις ολοδικές σου σκέψεις. Και γύρευε να βγάλει άκρη από τις μπερδεμένες και αόριστες συζητήσεις τους. 
Ανούσιο. Κουραστικό. Αδιανόητο, στο κάτω κάτω της γραφής, να ασχολείται με τους προσωπικούς δαίμονες ενός άλλου ανθρώπου. Κι ας ήταν ο άλλος άνθρωπος ο δικός του άνθρωπος. Μόνο που ο δικός του άνθρωπος ήταν διαφορετικός στην αρχή. 
Τα βήματά του, ένιωθε, δεν πατούσαν στο πλακόστρωτο στο δρόμο που τριγύριζαν. Έλαμπαν τα μάτια του από την πρώτη στιγμή της αντάμωσής τους.
Και τώρα όλα βάρυναν.
Τα πόδια στη γη, τα χέρια που απλώνονταν στο κορμί και οι λέξεις. Αυτές οι λέξεις! Έμοιαζαν ασήκωτες. Γι' αυτό, πιστεύει, δεν τις έλεγε με ευκολία. Τον έβλεπε να τις γλύφει προσεκτικά για ώρες στη σκέψη του, να είναι βουτηγμένος στις μυστικές γεύσεις τους για να τις φτύσει τελικά απότομα όταν νόμιζε ότι είχαν πλέον ξεχαστεί.
Άφηναν την πίκρα τους στα χείλη και μια θολούρα στο μυαλό. Σαν τα χαπάκια που έπαιρνε κάθε απόγευμα. Ροζ χαπάκια στη σειρά. 
Από δικός του άνθρωπος έγινε άλλος. Ξένος. Κανενός. Να ταλαιπωρούν μονάχα τον εαυτό του οι ερινύες. Δική του υπόθεση. 
Κάπως έτσι έδιωξε τους προσωπικούς δαίμονες του άλλου. Ησύχασε. Απέκτησε τους δικούς του. 

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

Το Εκατοστό Εξηκοστό Πρώτο

Θέλω τον έρωτά σου
στο χρόνο του τον ενεστώτα,
οριστικό και αμετάκλητο,
δίχως υποτακτικές υπεκφυγές,
αμφίβολους αορίστους
και μέλλοντος κατ’ εξακολούθηση.
Θέλω τον έρωτά σου
μικρή παθητική
μετοχή,
παραδομένο 
εξαρτημένο
θυμωμένο,
να μεταγγίζεσαι ολάκερη
ως τον τελευταίο σπασμό
και να σου γνέφω
κι άλλο.
Θέλω τον έρωτά σου
εξουσία κι επανάσταση.

~Ελένη Μαυρογονάτου


Τρίτη, 13 Αυγούστου 2013

Το Εκατοστό Εξηκοστό

Φτάνεις και εσύ κάποτε να πιστέψεις πως σάπισαν όλα τα περάσματα πώς αμείλιχτοι φύλακες στέκονται όρθιοι σε κάθε γωνιά. Πολλές φορές η νύχτα ξέρει να σου μιλά σα μια θανάσιμη ηδονική φίλη μα εσύ δε θες να την ακούς, ζητάς μια λάμπα, τίποτε άλλο από μια ελάχιστη λάμπα, μια λάμπα τόσο ταπεινή μέσα σε τούτο το σκοτάδι. Έστω λοιπόν, θα περιμένουμε εδώ τα ξημερώματα -μπορούμε στη ζωή μας δυο φορές να ξαναρχίσουμε- χωρίς όλο τούτο το φορτίο των αδέσποτων λέξεων να βαραίνει το μυαλό μας, χωρίς όλους αυτούς τους σεμνούς ανθρώπους τόσο βέβαιος απόλυτα ο καθείς για τον εαυτό του, διστάζοντας τι να προσφέρουνε στον άλλον: ένα σπαθί ή ένα άνθος, χωρίς αυτούς τους τυφλούς χιμαιρικούς υπαίθριους ρήτορες που βλέπουνε τα χρόνια τους αδιάφοροι να φεύγουνε σαν τους τροχούς μιας πανάρχαιας άμαξας βαριάς. Ήρθανε, άλλοτε, άλλοι τόσοι, αιχμαλωτίζοντας το θάνατο με μια λαχανιασμένη χειρονομία δίχως να κρατούν μαζί τους παρά μια σφαίρα μοναδικιά για το δικό τους κορμί. 
Πολλοί μας μίλησαν επίσης για την Ε π ο χ ή. 
Για των καιρών το βαρυσήμαντο
Έπρεπε βέβαια κι εσύ πια να διαλέξεις
Αυτό που λέμε μια συνέπεια μια ακεραιότητα
Κάτι το ανθρώπινο με μια οποιαδήποτε τελείωση
Ξεχνώντας τι μοιράζουμε κάθε καινούρια στιγμή.
Άλλοι μας είπανε να γονατίσεις τουλάχιστον μία φορά 
Σ' αυτό, ας πούμε, που χαρακτηρίστηκε αναχώρηση 
Μπροστά σε ένα κρεβάτι σε μια γύμνωση
Σε μια φωτιά μπροστά χαμηλωμένη.
Μα αλήθεια πες μου εσύ, πώς να νικήσεις 
Ετούτο το κουρέλι με το σχήμα της καρδιάς σου
Ετούτο τον καπνό που αντιστέκεται στον άνεμο
Εσύ που μόνο το 'ξερες πόσες φορές 
Μετρήσαμε στις ίδιες πλάκες τα βαριά μας βήματα 
Βουλιάξαμε τα πόδια μας στην ίδια σάπια λάσπη
Εσύ μονάχα θα τραβήξεις τις κουρτίνες 
Πίσω τους τα ψυχρά ηδονισμένα ομοιώματα 
Βαμμένα αξιοθρήνητα γελοία
Χτυπούνε τα δυο χέρια τους σε πίδακα χαράς. 
Εγκατάλειψη. Πόσο το καταλάβαμε στο τέλος
Καλά, για την ηθοποιία της βραδιάς
Για την απέραντη φτήνια και την κούραση
Κάποιας φυματικής ονειροπόλησης 
Μ΄όλο που ήτανε κι αυτό στο κάτω- κάτω μια αναχώρηση 
Πέρα από το καθιερωμένο και το νόμιμο
Εγκατάλειψη με τη συναίσθηση της αδιάκοπης στιγμής 
Για μια ηδονή που δε γνωρίζει μεταμέλεια 
Για μιαν απάνθρωπη φυγή 
Πέρα από κάθε όργιο σκέψεων
Ή αντικρουόμενων διαθέσεων. 
Ίσως υπάρχει πάντα η διαφυγή, απομακρύνοντας τα βήματα του γυρισμού, όταν όλοι σου οι φίλοι έχουν πεθάνει ανεξήγητα από μιαν άγνωστη αρρώστια, ίσως υπάρχει πάντα να σημάνει μια αναχώρηση, πέρα από κάθε καθιέρωση και πίστη. 
(Και ποιος να μας προσέξει, ποιος 
και να μας λογαριάσει
στη θέση που καθόμαστε;).

Μ. Αναγνωστάκης, από τη συλλογή ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1941-1971

Τρίτη, 6 Αυγούστου 2013

To Εκατοστό Πεντηκοστό Ένατο

Βούτηξα στα βαθιά. Έτσι, με τη μία να δοκιμάσω αν μπορώ να τα καταφέρω. Το κρατάω μυστικό, μήπως μου το χαλάσουν. Μόνο σε σένα θα το πω, να μοιραστείς τον ενθουσιασμό μου. Αλλά πού να σε βρω και σένα. Βγήκαμε μια βόλτα να περπατήσουμε στην άκρη στα βράχια, να βλέπουμε το πράσινο να απλώνεται μέχρι τέρμα μπροστά μας, να ενώνεται με το θολό ορίζοντα.
Είσαι αστείος. Γελάω και δε σου πολυμιλάω. Γεμίζω μόνο με την παρουσία σου, αυτή τη γεμάτη σύγχυση παρουσία. Που δεν ξέρεις τι να πεις και πώς να το πεις, που δεν ξέρεις αν πρέπει να μιλήσεις λογικά ή να αφεθείς για λίγο μόνο, να πεις δυο λέξεις για τα συναισθήματά σου. Δεν ξέρεις αν πρέπει να είσαι εδώ, αν γίνεται να το αφήσεις έτσι να φύγει, να εξελιχθεί, να σε ταράξει, να σε αναποδογυρίσει. 
-Ξενέρωσες; 
Όχι, δεν είναι αυτό. Δεν είναι αυτό. Είναι ο φόβος ο δικός σου που βρίσκει στη μέση το δικό μου. Ή δεν ξέρω μπορεί ο δικός μου να ξεχύνεται πρώτος στο δρόμο. Μη μου μιλάς απλά για να ακούσω όσα υποτίθεται θα ήθελα. Μου τη σπάνε οι ψεύτικες λέξεις. Αυτή η γαμημένη αλήθεια πάντα πάει και κρύβεται και έχω κουραστεί από τα παιχνίδια που τη βάζουμε να μπλέκεται. 
Και σε έπιασα για λίγο από το χέρι, μήπως και περάσουν μέσα από τα ακροδάχτυλα οι σκέψεις και δε χρειαστεί να τις μεταφράσω σε λέξεις. 
-Το πρόβλημα είναι ότι αρνούμαστε να ζήσουμε ποιητικά. Να χαθούμε στη στιγμή την τώρα, την ύστερα, να ερωτευθώ τη λεπτομέρεια αυτή πάνω σου και να στο πω. Να στο πω, να πάρει η ευχή! Να μη κρατιέμαι μήπως μεταφραστεί σε κάτι βαρύ από την πλευρά σου. Να συνδέσουμε τον έρωτα του κορμιού με αυτόν της ψυχής και να πάρουμε φόρα για τα υπόλοιπα. Αυτά που στήνονται έξω από εμάς. Αν τα βλέπαμε έτσι τα πράγματα δε θα κάναμε καν συζητήσεις για το ποια είναι η πιο φυσιολογική εξέλιξη... 
"Πιο φυσιολογική εξέλιξη"! Απογοήτευση. 
 Εγώ μόνο να σου πω τα νέα ήθελα. Χωρίς υποθέσεις για τις αλλαγές που θα φέρουν. Έτσι κι αλλιώς θα ερχόντουσαν αλλαγές, ακόμη κι αν τη βγάζαμε σε εκείνο το δωμάτιο οι δυο μας. Με εσένα να βγαίνεις στο μπαλκόνι, να χάνεται η φωνή σου στη βαβούρα του δρόμου. Με εμένα να γουργουρίζω στο χαλασμένο στρώμα, να σε χαζεύω πώς τεντώνεσαι στηριγμένος στα κάγκελα. 

Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

Το Εκατοστό Πεντηκοστό Όγδοο

Ανέβαλες την τελευταία πάντα μέρα τη φυγή σου
Είχαμε μέσα κι οι δυο μας βαθιά τον πανικό του χωρισμού.

Νοσταλγούσαμε τόσο να χαρίσουμε τις αβέβαιες πλάνες μας στ' όνειρο
Όμως ποιος δε λογάριασε τα λευκά καλοκαίρια που πληγώσαν τα χρόνια μας
Ποιος δεν επίστεψε πώς δεν είχαμε ακόμη πληρώσει το χρέος μας ολάκερο
Και βρίσκουμε την κρίσιμη τούτη στιγμή αιχμάλωτους όρκους στη νιότη μας,
αισθήματα πιο πλούσια από τ' άναμμα της σάρκας
Ξέρεις πώς πια ξεχάσαμε τ' αμέριμνα παιδιά που σπαταλούσαν το γέλιο τους
Ξέρεις πώς θα 'ρθει μια μέρα που θα φορέσουμε αλογάριαστα ολόγυμνοι τον εαυτό μας
Συντροφεύοντας τις ακριβές μας αμφιβολίες,
ξαγρυπνήσαμε ατελείωτες νύχτες χωρίς δίπλα μας να 'ναι κανείς ν' ακούσει την αγωνία της φωνής μας
Αγαπήσαμε μια τρικυμία καινούρια, κι όμως γιατί ν' αναβάλλουμε πάντα την ώριμη χρονολογία;
Και μένουμε δυο νικημένοι μ' ολιγόπιστα μάταια φερσίματα.

Μ.Αναγνωστάκης- "Οι νικημένοι"