Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Το Εκατοστό Εβδομηκοστό


Ο χώρος και ο χρόνος έπεσαν τώρα πάνω της με τη βιασύνη της βαρύτητας.
Ο χώρος και ο χρόνος έπεσαν πάνω της σαν δύο τόμοι εγκυκλοπαίδειας που πέφτουν από το ράφι ενός ιεραπόστολου πάνω σ' ένα πυγμαίο.
Και ο χρόνος έφερε μαζί τη γραμματέα του- τη μνήμη.
Και ο χώρος έφερε το μπασταρδάκι του- τη μοναξιά. 

~Ακόμη και οι καουμπόισσες μελαγχολούν, του Τομ Ρόμπινς 

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Το Εκατοστό Εξηκοστό Ένατο

Δὲν ξέρω πῶς, δὲν ξέρω ποῦ, δὲν ξέρω πότε, ὅμως τὰ βραδιὰ
κάποιος κλαίει πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα
κι ἡ μουσικὴ εἶναι φίλη μας – καὶ συχνὰ μέσα στὸν ὕπνο
ἀκοῦμε τὰ βήματα παλιῶν πνιγμένων ἢ περνοῦν μὲς
στὸν καθρέφτη πρόσωπα
ποῦ τὰ εἴδαμε κάποτε σ᾿ ἕνα δρόμο ἡ ἕνα παράθυρο
καὶ ξανάρχονται ἐπίμονα
σὰν ἕνα ἄρωμα ἀπ᾿ τὴ νιότη μᾶς – τὸ μέλλον εἶναι ἄγνωστο
τὸ παρελθὸν ἕνα αἴνιγμα
ἡ στιγμὴ βιαστικὴ κι ἀνεξήγητη.
Οἱ ταξιδιῶτες χάθηκαν στὸ βάθος
ἄλλους τοὺς κράτησε γιὰ πάντα τὸ φεγγάρι
οἱ καγκελόπορτες τὸ βράδυ ἀνοίγουνε μ᾿ ἕνα λυγμὸ
οἱ ταχυδρόμοι ξέχασαν τὸ δρόμο
κι ἡ ἐξήγηση θὰ ᾿ρθεῖ κάποτε
ὅταν δὲν θὰ χρειάζεται πιὰ καμία ἐξήγηση

Ά, πόσα ρόδα στὸ ἡλιοβασίλεμα – τί ἔρωτες Θέε μου, τί ἡδονὲς
τί ὄνειρα,
ἂς πᾶμε τώρα νὰ ἐξαγνιστοῦμε μὲς στὴ λησμονιά.


~Τάσος Λειβαδίτης 

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

To Εκατοστό Εξηκοστό Όγδοο

"Όταν σταμάτησα να είμαι επαγγελματίας επαναστάτης, είπα να γίνω κι εγώ μέλος αυτής της κοινωνίας. Να αντιληφθώ τι γίνεται και τι είναι αυτό που θέλω να ανατρέψω. Όταν συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μην με αλλάξει αυτό. Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα. Η ζωή είναι ένας δώρο που μας δίνεται μία φορά. Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν ξημερώνει λένε «άντε να τελειώσει κι αυτή η κωλομέρα». Και δεν καταλαβαίνουν ότι κάνουν άλλο ένα βήμα προς το θάνατο."

~Χρόνης Μίσιος

Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

Το Εκατοστό Εξηκοστό Έκτο

"Ο άνθρωπος είναι ένα κράμα μεγαλείου και μικρότητας", σχολίασες ότι κάπου άκουσες να λένε. Κι εγώ άκουσα κάπου να λένε, κάποιοι ονειροπόλοι, ότι θα καταφέρουν να τα αλλάξουν όλα. Γύρισες πλευρό. Ρεαλιστής με τα όλα σου. Πείσμα για την πεζή πραγματικότητα που υποστηρίζεις. Πεζή για εμένα. Γεμάτη νόημα για εσένα. Γκρίνια. Στο μυαλό μου και μόνο. Στριφογυρίζω στο κρεβάτι. Κάτι λείπει. Το κομμάτι του μεγαλείου που το έχω συνδυασμένο με το δρόμο που κρατάει το κομμάτι της ψυχής. Έτσι είμαι εγώ. Αλλιώς είσαι εσύ. Σηκώνομαι, μήπως και σε ξυπνήσουν οι φωνές στο κεφάλι μου και δεν μπορείς να σηκωθείς το πρωί και τα φορτώσεις σε εμένα. Εμένα;;; 
Αυτό το διαφορετικό είναι που αγαπώ και αυτό που με τρομάζει. Εσύ είσαι που με τρομάζεις. Όχι εσύ. Η μικρότητα που νομίζω θα μπλέξω ψαχουλεύοντας την πραγματικότητα που πασάρεις με λέξεις που μαχαιρώνουν τις δικές μου σκέψεις. Αυτές τις γεμάτες ονειροπόληση. Μόνο που νομίζω ότι ομορφότερο έχω καταφέρει από δαύτες πήρε φόρα.
Χώρεσα στη στενή ξύλινη καρέκλα. Ξέρεις, μπορώ να στενέψω τα δικά μου και να ντυθώ με τα δικά σου. Το θέλεις; Βαριανάσαινες για λίγο. Έφυγες ήδη μακριά. Καμία απάντηση. Κοίταξα το ρολόι. Το μικρό το μωβ. Δύο παρά είκοσι. Δύο παρά δέκα. Δύο. Η ξύλινη καρέκλα και εγώ. Αυτό είναι ρεαλισμός. Τα κρύα πόδια μου, το μουδιασμένο δεξί μου χέρι. Τα υπόλοιπα είναι θολές εικόνες που προσπαθούμε να μεταφράσουμε. 
Μου ήρθε στο μυαλό μια συζήτηση που είχα με τη γιαγιά την πολυαγαπημένη. Με τα χέρια της μέσα στις τσέπες της ζακέτας της γνωστής, να ψαχουλεύουν το άγνωστο. Πάντα αφήνουν εκείνη τη μουρμούρα της ηρεμίας μέσα μου. Συζήτηση αόριστη και συγκεκριμένη. "Μη φοβάσαι, όταν ακολουθείς την καρδιά και το μυαλό δεν κλωτσάει, μη φοβάσαι. Τότε πας εκεί που ο ουρανός σε πάει". Συναισθηματισμοί; Ούτε που με νοιάζει. 
Γύρισα στο κρεβάτι και χώθηκα κάτω από το σεντόνι. Έκλεψα λίγη από τη ζεστασιά σου και γέμισα με σένα. Το εγώ το δικό μου αποφάσισε να κοιμηθεί ήσυχο. Συνεχίζοντας το όνειρο του όλα καλά θα πάνε. Καληνύχτα...


Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

Το Εκατοστό Εξηκοστό Πέμπτο

"Αντί να ξεστομίζουμε αλήθειες, φτύνουμε σιωπές" διάβασα σε ένα site όχι ιδιαίτερα αξιόλογο, αλλά με μια ροπή στις άσχημες αλήθειες που σκεφτόμαστε αλλά ποτέ δεν αναφέρουμε σε πραγματικούς διαλόγους. Και νομίζω η παραπάνω έκφραση αποτελεί μία ακόμη, γραμμένη με έναν τόνο ποιητικό για να χτυπήσει και στο συναίσθημα πέρα από τον προβληματισμό μας. Αν πρόκειται δηλαδή να προβληματιστούμε, γιατί μπορούμε απλά να αναστενάξουμε εν συντομία και να προχωρήσουμε παρακάτω. Φυσικά δεν προβληματίζεσαι με κάθε σοφία -και καλά ή και όχι- που διαβάζεις.
Όπως και να 'χει, εμένα αυτή η έκφραση μου στραβοκάθισε μέσα στο κεφάλι και όχι τυχαία αφού περικλείει πάνω κάτω σκέψεις και απορίες που οι περισσότεροι φίλοι κουράστηκαν να ακούν και να αναλύουν στην ομαδική μας προσπάθεια να τις βάλουμε σε μια σειρά.
Γιατί δε λέμε λοιπόν αυτό που πραγματικά σκεφτόμαστε; Γιατί βρίσκουμε ένα τόνο λέξεις που σχηματίζουν έναν κύκλο γύρω από το πραγματικό νόημα που θέλουμε να δώσουμε; Ίσως δεν έχουμε μάθει. Λέω, ίσως. Ίσως δε θέλουμε, γιατί το μυστήριο και το διφορούμενο μπορεί να ερμηνευτεί από τον άλλον ανοιχτά και αόριστα και να μας βγάλει από τη δύσκολη θέση να κρατήσουμε μια συγκεκριμένη στάση.
Και επειδή η φάση είναι δύσκολη, το φωνάζω να ξέρεις, ας είμαστε ειλικρινείς και ας βγει και σε κακό. Που νομίζω η αλήθεια ποτέ δεν οδηγεί σε κακό. Σε ένα νέο μονοπάτι σίγουρα. Καλά, συνήθως είναι και δύσκολο. Αρχικά. Μετά όλα πατούν σε στέρεο πραγματικό έδαφος. 
Και στην τελική: Υπάρχουν κουβέντες που τις καπνίζουμε, τις ζαλίζουμε με μπύρες, τις πετάμε με αγένεια κάτω απ' την καρέκλα και δεν τις ξεκινάμε ποτέ. Και στο λέω εγώ, που μόνο αυτό κάνω. Αλλά φτάνει, κουράστηκα, ζαλίστηκα από τους κύκλους που βάζω τον εαυτό μου να κάνει για να γλιτώσει από τις αλήθειες. 
Αυτό.  

ολοι
*Χάσαμε.