Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Το Εκατοστό Εβδομηκοστό Πρώτο


Πού είσαι; Ανέβηκα πηδώντας διπλά τα σκαλοπάτια. Δεν κρύωνα άλλο, παρά έκαιγε η πλάτη μου. Δεν είσαι πουθενά. Και εγώ χτυπώ την πόρτα. Κάθομαι και μετράω τους ήχους που ακούγονται από το δρόμο, μήπως μου θυμίσει τίποτα τα βήματά σου. Πού είσαι λοιπόν; Πάλι τα κατάφερες και με έκανες να περιμένω. 
Το παλιό εκείνο ασανσέρ μπροστά μου και οι γδαρμένοι τοίχοι. Ακουμπούσα εκεί ακριβώς, σε εκείνη την κολόνα περιμένοντάς σε να βρεις τα κλειδιά, να με κοιτάξεις και να ξεκλειδώσεις. Απόψε όμως βιάζομαι και δε θα περιμένω άλλο. Βρέθηκα και πάλι στον κεντρικό δρόμο που οδηγεί κατευθείαν στη στάση του λεωφορείου.
Δεν είσαι εδώ γιατί σε τράβηξαν άλλα και δε μιλώ για τα θλιβερά μεγάλα προβλήματα της ανθρωπότητας. Αν ονειρευόσουν πολύ -ακόμη πιο πολύ- και έψαχνες μυστικά μόνο του αληθινού κόσμου δε θα είχα ποτέ γυρίσει σε αυτή τη γειτονιά. Η πραγματικότητα είναι πιο πεζή και με αναστατώνει η απουσία αγγέλων στην ιστορία μας. 
Κι αν είναι σκληρός και ανούσιος αυτός ο κόσμος, όπως κατέληξα προ λίγου πως είναι, κρίμα, μα λίγο με νοιάζει. Κλείνω τα μάτια καθώς το λεωφορείο ξεκινά. Υγρασία και πεσμένα φύλλα. Αυτή η πόλη μπαίνει μέσα μου με μια ανάσα. Δε θα σε ξαναρωτήσω, μόνο θα ζωγραφίσω πουλιά που σε λίγο -τόσο λίγο- , στο υπόσχομαι, θα μου κελαηδήσουν.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου