Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Το Ενενηκοστό Έβδομο



"Όλα έπρεπε να γίνουν. Μόνο η νύχτα δεν έπρεπε γλυκιά έτσι να 'ναι, να παίζουνε τ' αστέρια εκεί σα μάτια και να μου γελάνε." [ΜΟΝΟ- Κ.Γ.Κ.] Γυρνούσαμε σήμερα από μία ακόμη νυχτερινή βόλτα και ήταν ο ουρανός γεμάτος άστρα διάσπαρτα. Μου θύμισε τον ωραιότερο ουρανό, εκείνον που είχα δει μια νύχτα πριν δύο καλοκαίρια, ξαπλωμένη σε μια αιώρα κάπου στο Πήλιο. Δεν είναι συνηθισμένοι ουρανοί αυτοί, σας το λέω. Είναι σαν δώρα αυτές οι βραδιές και σου αφήνουν μια αίσθηση αλλιώτικη μέσα σου. Όλα έπρεπε να γίνουν λοιπόν, θα προσπαθήσω να συμφωνήσω με τον άγνωστο Κ.Γ.Κ. Δεν ξέρω, πάντοτε η πρωτοχρονιά ήταν ένα ορόσημο αρχή και τέλους αν και τελικά τίποτα δεν άλλαζε μετά την αντίστροφη μέτρηση. Κάποιος πολύ αισιόδοξος μου έγραψε ότι στο τέλος όλα πάνε καλά, κι αν δεν πάνε καλά τότε μάλλον δεν έχει φτάσει το τέλος. Πολύ αισιόδοξος για τα δικά μου μέτρα και σταθμά. 
Και με εκπλήσσει κάθε φορά και από λίγο ο εαυτός μου, που έχει κρατήσει τα πιο αναπάντεχα γεγονότα της χρονιάς που πέρασε, όσα τα προσπερνούσα τις στιγμές εκείνες ως αδιάφορα, και έχει εκτοπίσει αντίθετα κάθε τι που στην καθημερινότητα μου φαινόταν σημαντικό. 
Για ευχή, λοιπόν, για τη νέα χρονιά που φτάνει σε λίγες ώρες, θα μεταποιήσω λίγο τα λόγια του Theodore Isaac Rubin: Εύχομαι σε όλους να μάθουμε να αγαπάμε το "ανόητο" μέρος της ψυχής μας, αυτό που αισθάνεται περισσότερο απ' όσο θα θέλαμε, που μιλάει πολύ, που συναντάει ευκαιρίες και συνήθως τις χάνει ενώ σπάνια τις χρησιμοποιεί. To κομμάτι του εαυτού μας που στερείται τον αυτοέλεγχο που θα επιθυμούσαμε, που αγαπά και μισεί, που πληγώνει και πληγώνεται, που υπόσχεται και σπάει υποσχέσεις, που τη μια στιγμή γελάει και την επόμενη κλαίει. 
FINALLY

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Το Ενενηκοστό Πέμπτο

Αλήθεια, τις μνήμες μας που τις κρεμάμε;
Μέσα μας, ε;
Λίγο πιο πίσω από το στήθος
σε μικρά καδράκια.
Αλήθεια, τις μνήμες μας που τις κρεμάμε;
Με καρφιά στη σάρκα, μέσα όμως
να μη βλέπει κανείς.
Εσύ μόνο ξέρεις, εσύ ξέρεις
τι είναι αυτό το τσίμπημα στο στήθος
αυτός ο πόνος.
Τα κάδρα σου, οι στιγμές σου
κρεμασμένες εκεί
μέχρι να τις σκονίσει ο χρόνος,
μέχρι να πέσουν κάτω να λυτρωθείς
να πάρεις ανάσα.

[Not,not mine.I wish...] 

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Το Ενενηκοστό Τέταρτο

-Μου ζητάς τη βροχή, αλλά όταν βρέχει δε θέλεις να βγεις.
Μου ζητάς τον ήλιο, αλλά όταν λάμπει δε χαίρεσαι.
Μου ζητάς χαρά και αγάπη και όταν τα έχεις ζητάς περισσότερα.
Αν μου ζητήσεις ολόκληρο τον κόσμο θα σου τον φέρω αμέσως.
Αν μου ζητήσεις να φύγω θα φύγω αμέσως.

-Έφυγες!
Τα βήματά σου άφησαν το αποτύπωμα της αμφιβολίας στο νοτισμένο χώμα.
Μια ρυτίδα, μοναξιάς προμήνυμα, κύκλωσε τη ψυχή μου.


Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

To Ενενηκοστό Τρίτο

Κάθε που ξεσπά κάποιος πόλεμος,
όλοι μιλούν για ειρήνη.
Κάθε που ο πόλεμος αυτός παίρνει τέλος 
και ο θάνατος έχει σκορπίσει γύρω το μαύρο πέπλο του
όλοι φωνάζουν για ειρήνη.
Όταν όμως έρθει η ώρα να κάνουν κάτι για την επικράτησή της
κάποιος νέος πόλεμος ξεσπά 
και όλοι ουρλιάζουν για θάνατο, πόλεμο και αίμα.

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Το Ενενηκοστό Δεύτερο



Βρέθηκε κείμενο σε θαμμένα λευκώματα:

1982, Düsseldorf
"Θυμάσαι που τραγούδαγες με τα κόκκινα παιδικά σου χείλη και τ' άστρα; Θυμάσαι που ζωγράφιζες βαρκούλες και πανιά στην πρώτη τάξη του σχολειού; Και βέβαια ναι! Γύρνα τώρα στο ανιαρό παρόν και συλλογίσου τη διαφορά... Η ζωή σου έγινε καθήκον και πρέπει, η παιδική ανεμελιά απαγόρευση και τα κόκκινα φανάρια χιλιάδες, νοστάλγησαν τα μάτια σου το πράσινο! Τώρα άλλαξες το τραγούδι έτσι όπως σε ξαφνιάζει το απροσδόκητο. Αλλιώτεψε και η ματιά σου στη θέα του αποτρόπαιου... Μόνο η καρδιά σου έμεινε ακόμα πιστή στο είδος της. Μην την αφήσεις φίλη μου να αλλάξει! Μην την προδώσεις! Γιατί μία είναι η δύναμη που απόμεινε στο άνθρωπο για να τον κάνει να διαφέρει από τα ρομπότ. Η καρδιά. Αν σε γεμίζει η έκσταση από τις εφευρέσεις, αν σε τυλίγει το μανιτάρι της απόγνωσης, αν λιγοστεύουν οι φίλοι σου, αν βλέπεις το συμφέρον να κυνηγά το δίκιο,αν, αν, αν... Τότε στάσου ένα πρωινό απέναντι στην ανατολή, βάψε κόκκινα τα μάγουλά σου, άσε το φως να μπει στα μάτια σου και στη ψυχή, κράτα ένα ολόλευκο τριαντάφυλλο στα χέρια σου... Και άσε τον κόσμο αυτόν που ξέρεις. Ζήσε για λίγο με τον πραγματικό άνθρωπο, εκείνον που ξέρεις να φτιάχνεις εσύ με ροδοπέταλα και χαμόγελα...Τότε θα δεις πως και ο Θεός θα δακρύσει."

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Το Ενενηκοστό Πρώτο



Αν είσαι ερωτευμένος και δε σου το ανταποδίδουν, μπορεί να πονάς, αλλά είναι ασφαλές γιατί δε βλάπτεσαι παρά μόνο εσύ, από έναν πόνο προσωπικό, που είναι πικρόγλυκος και τον προκαλείς μόνος σου. Όμως από τη στιγμή που γίνεται αμοιβαίος πρέπει να είσαι έτοιμος να εγκαταλείψεις την παθητικότητα του πάσχοντος και να αναλάβεις την ευθύνη ότι μπορείς και εσύ να πληγώσεις. 
Γι' αυτό λοιπόν, οφείλω να σε προειδοποιήσω: αν με ερωτευτείς είναι επειδή δε με ξέρεις καλά, κι αν δε με ξέρεις καλά θα ήταν παλαβό να συνηθίσω στον έρωτά σου, αφού αργά ή γρήγορα θα με μάθεις. 
Έτσι λοιπόν το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να με αρνηθείς. Τότε εγώ θα σε αγαπώ. Καθυστέρησε να μου τηλεφωνήσεις και όταν θα σε συναντήσω θα σε γεμίσω φιλιά. Μην πλαγιάσεις μαζί μου και εγώ θα σε λατρεύω. Ας κρυφτούμε σε αυτή την κατασκευασμένη ασφάλεια. Άλλωστε στον έρωτα, κάποιος μου είπε, δεν υπάρχει παρά μια φρενήρης επιθυμία για αυτό που μας ξεφεύγει, δεν είθισται να νιώθουμε έρωτα για ότι ήδη κατέχουμε. 

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Το Ενενηκοστό



I think a bird fell in the snow and then walked away. I think.
Ι think a bird fell in the snow and then walked away. I think.
Όχι, δε θέλω να γράψω τίποτα πουθενά.
Σκέφτομαι και τρομάζω με αυτά που σκέφτομαι και λέω πως είναι η μοναξιά που με κάνει να τα βλέπω όλα μ' αυτή τη σκληρή ματιά. Η μοναξιά που καταλύει σιγά σιγά τις καλές μου δυνάμεις, αυτή η φαούσα που δίχως να θέλω με σκέπασε σαν σφικτός κισσός, αμέσως μόλις συνειδητοποίησα την ύπαρξή μου, η λάμια που κουβαλάω μέσα μου η αχόρταγη, ο σκοτεινός μου έρωτας, η άσπρη στέπα που μέσα της χάνομαι, η άλλη όψη της μοίρας μου.
Υπάρχουν πολλών ειδών μοναξιές: η μοναξιά του χρυσόψαρου στη γυάλα είναι η φοβισμένη μοναξιά,. Του πουλιού στο κλουβί είναι η βασανισμένη μοναξιά. Του καλόγερου στη σκήτη του, η εν δαιμονική μοναξιά.  Του άρρωστου πάνω στο χειρουργικό κρεβάτι, του μελλοθάνατου στο κελί του, η εναγώνια μοναξιά. Του ενός μέσα στο πλήθος το αδιάφορο, η απελπισμένη μοναξιά. Του ποιητή μέσα στα όνειρα του, η γόνιμη μοναξιά. 
Μα η μοναξιά μπροστά στο αίνιγμα της ύπαρξής του είναι η κορυφαία, η πιο τραγική και αγιάτρευτη μοναξιά.
-Λένα Παππά-

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

Το Ογδοηκοστό Ένατο


Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς που σκύβουν
πάνω από ένα καθαρό κομμάτι χαρτί
μέσα σε βρόμικες διαλυμένες κάμαρες
Γεμάτοι οργή κι απόγνωση
Αποφασισμένοι ωστόσο
να το λεκιάσουν με λέξεις
βρόμικες λέξεις
άγιες λέξεις
λέξεις κλειδιά
ιδέες φαντάσματα
λυτρωτικές φράσεις
Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς τους μανιακούς του λόγου
Να γλείψω το μελάνι από τα δάχτυλα τους
Να φιλήσω τα παραμορφωμένα τους μέτωπα
Να συμμαζέψω τις τσαλακωμένες τους ονειρώξεις
Να διορθώσω τα ορθογραφικά λάθη του έρωτα τους
Να τους καθησυχάσω
Να τους πείσω πως δε χρειαζόμαστε άλλο αίμα γι’ απόψε
Πως χορτάσαμε
Κι ύστερα να τους βάλω στο κρεβάτι
Και να τους νανουρίσω

Γ. Αγγελάκας 

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

Το Ογδοηκοστό Όγδοο


Τι φταις αλήθεια.
Κανείς δε σου 'μαθε το δρόμο για το εμείς.
Και το χειρότερο,
κανένας δε σε εκπαίδευσε να επενδύεις στο εγώ.
Σαν επαίτης εκλιπαρείς μπροστά στην πόρτα του εσείς.
Έσπασες αμέτρητες φορές τα μούτρα σου,
προσπαθώντας ανάμεσα σε σκοτάδια ν' ανακαλύψεις το εσύ.
Σ' έπιανε πάντα πανικός στη θέα και στη σκέψη του αυτοί.
Και στην απελπισία, στο χαμό σου,
φώναζες "αυτός!αυτός!".
Κι έπιασες ένα πιστόλι, να πολεμάς.
Τι φταις. 

Αλκυόνη Παπαδάκη- Ξεφυλλίζοντας τη σιωπή

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Το Ογδοηκοστό Έβδομο


Είναι επειδή είμαστε παρέα με το παιδί
κι αμέτρητες φορές- αγκαλιά απ’τη μέση
μετρήσαμε τ’ αμέτρητα τ’άστρα
και κείνα που λέγανε για καλύτερα χρόνια
τα φάγαμε βγάζοντας κουβάδες με νερό
για να μπορούν να ταξιδεύουνε για πάντα
τα πλοία που δεν άραξαν
κι είναι επειδή μια και κάτω
κατεβάσαμε όλα τα ξινισμένα κρασιά
και βγάλαμε τα σωθικά μας τραγουδώντας
γεμάτα παράπονο-παιδιακίσια πράγματα- 
τον Ιούλιο κάποτε.
Γι’αυτό άμα κάνει κανείς μια κίνηση έτσι
για να μας χαϊδέψει
κάνουμε εμείς μια κίνηση πίσω
σα να μη φάμε ξύλο.
Γι’αυτό αν τύχει και μ’αγαπήσεις
πρόσεχε σε παρακαλώ πολύ πολύ 
πώς θα μ’ αγκαλιάσεις.  Πονάει εδώ.
Κι εδώ. Κι εκεί. Μη! Κι εδώ .
Κι εκεί.

Κατερίνα Γώγου

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

Το Ογδοηκοστό Έκτο


Μου είχες γράψει πάνω από ενενήντα γράμματα. Άλλα γεμάτα θυμό, άλλα γεμάτα αναμνήσεις, άλλα πασπαλισμένα με δάκρυα και κάποια βουτηγμένα στη λογική της πραγματικότητας. Διαφορετικά γράμματα κάθε φορά. Κουνημένες σελίδες όταν μου έγραφες μέσα στο λεωφορείο, σκισμένες σελίδες από τα νερά της θάλασσας, τσαλακωμένα μικρά βιαστικά γράμματα, με λίγες λέξεις σημειωμένες σε τυχαία χαρτιά. Το μόνο που έμενε κοινό η ανάγκη να μιλήσεις σε εμένα. Μόνο σε εμένα. Σκίτσα στριμωγμένα ανάμεσα στις κουβέντες σου. Φωτογραφίες από τα μέρη που επισκέφθηκες χωρίς εμένα. Μόνο τοπία και κάπου κάπου τα παπούτσια σου, τα χιλιοπερπατημένα να φαίνονται, ή το κασκόλ το κόκκινο, παλιό μου δώρο, κρυμμένα στοιχεία που υποδεικνύουν την ύπαρξή σου εκεί.
Έλειπα εγώ και βρισκόμουν διακόσια κάτι χιλιόμετρα πιο μακριά, να ζω τη δική μου, ολόδική μου ζωή, τη μοναχική, αλλά σ' αυτή τη στολισμένη μοναξιά, που την απολαμβάνεις. Και βλέπω τώρα πλάι στις δικές σου φωτογραφίες τις δικές μου. Θα προτιμούσα να ήμουν μέσα στις δικές σου. Τυλιγμένος στο κόκκινο κασκόλ σου, αλήθεια. Και διαβάζω τα δικά μου κείμενα από όλους αυτούς τους μήνες και η μοναξιά που απολάμβανα φαίνεται τώρα να με έχει κάνει άλλον άνθρωπο. Και έχασε ο χρόνος το νόημα του και θέλω να κάψω τις δικές μου μέρες μακριά σου και να γυρίσω το χρόνο πίσω, να απαντούσα στο πρώτο σου εκείνο γράμμα. 
"Πέρασαν τέσσερις μέρες που έχω να σου μιλήσω, πάνω από εφτά που έχω να σε δω." Και πότε πέρασαν τέσσερις μήνες που έχω να σου μιλήσω, εφτά που έχω να σε δω; Και σταμάτησες να μου γράφεις. Δεν έχεις την ανάγκη να μοιράζεσαι πλέον τη ζωή σου, τις στιγμές σου μαζί μου. 
Και μου έμειναν μόνο αυτά τα ενενήντα κάτι γράμματα. 

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Το Ογδοηκοστό Πέμπτο

Και βρέθηκες εσύ.
Τότε. 
Τυχαία μπροστά μου. 
Στο τυχαίο εκείνο μέρος.
Με κοίταξες και τώρα καταλαβαίνω, ήταν και αυτό τυχαίο. 
Τότε σε γνώρισα, γιατί μέσα απ' το τσούρμο του κόσμου που έπινε τα ποτά του κοιτάζοντας υπεροπτικά, σε ξεχώρισα.
Και άρχισαν να σε διακόπτουν τα λόγια μου, να συμπληρώνουν τις φράσεις σου.
Και κάπου εκεί σε αναστάτωσα. Άρχισα να σε μαθαίνω, να παρατηρώ τις μικρές διαφορετικές εκφράσεις των ματιών σου. 
Και κάπου εκεί σε ερωτεύτηκα. 
Και μου είπες το σ' αγαπώ σε λάθος χρόνο. 
Το είπες νωρίς μάτια μου. 
Πάμε πάλι. 
Πες το ξανά. 
Πες το σαν να το εννοείς. Αυτή τη φορά.