Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Το Εκατοστό Τεσσαρακοστό Τέταρτο

Και όσο εμείς χτυπιόμαστε να προλάβουμε την ορκωμοσία του Ιουλίου, το καλοκαίρι έφτασε και δεν πήραμε καν χαμπάρι. Ξεκινήσαμε να φοράμε καλοκαιρινές πιτζάμες γιατί ένας φίλος μας θύμισε ότι έχει ήλιο έξω. Και γυρίζοντας τα μεσημέρια μετά τη δουλειά σπίτι βλέπεις τους ανθρώπους με τα μαγιό να παίρνουν το δρόμο προς την παραλία, με μπάλες και ρακέτες στα χέρια.
Το τραγικό της υπόθεσης είναι ότι δεν έχω καν όρεξη να πάω για το πρώτο μου μπάνιο. Όχι ότι θα προλάβαινα, αλλά λέμε τώρα. Εγώ μια βόλτα απογευματινή ζητάω να πάμε μαζί. Να δούμε τι έχεις να μας πεις. Τι θα βρεις να με κάνεις να γελάσω, με μάτια κλειστά. Πάντα. Ένα σύντομο διάλειμμα ψάχνω κάθε μέρα. Αλλά όλοι τρέχουν και κανείς δε φτάνει. Ώσπου θα έρθουν οι μέρες των εξετάσεων και θα έχουμε φτάσει. Εκεί. Στο σημείο μηδέν.
Δε θέλω μπάνια λοιπόν με όλο το πακέτο σαγιονάρα-αντηλιακό-μαγιό-κ κολλημένη άμμο στα δάχτυλα των ποδιών. Ίσως να δεχτώ μόνο τις σαγιονάρες γιατί πόσο βολεύει να ανεβάζεις τα ξυπόλητα πόδια σου στην καρέκλα τα καλοκαίρια; Θέλω να προλάβω. Θέλω να τελειώσουν οι λίστες με τις υποχρεώσεις.
Και μάντεψε, θέλω ακόμη κάτι: Να μη φύγω από εδώ.

Να τα μας. Όπως κάθε τέλος ακαδημαϊκής χρονιάς πάλι θα γκρινιάξω που θα φύγω από εδώ. Φαντάσου τώρα που μιλάμε για κατάσταση οριστική και αμετάκλητη. Αλλά είπαμε, τώρα δεν έχω δυνάμεις να σκεφτώ κάτι παραπάνω από τα όσα έχω να κάνω αύριο. Που δεν είναι λίγα. Φαντάσου, ούτε εσένα δεν προλαβαίνω να σκεφτώ και τα αστεία σου μαλλιά. 

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

To Εκατοστό Τεσσαρακοστό Τρίτο

Και γίναμε όλοι μια μεγάλη διαδικτυακή παρέα. Και βαριόμαστε να πάρουμε ένα τηλέφωνο, αλλά λιώνουμε στις φωτογραφίες του άλλου. Διαβάζουμε την κάθε κίνηση του, μήπως υπάρχει κάτι που προσπεράσαμε νωρίτερα, αλλά ντρεπόμαστε να του πούμε να πάμε μία βόλτα. Και μένουμε σπίτι, σπίτι, σπίτι. Με διάλειμμα, ανάμεσα στο διάβασμα και τις εργασίες, τα νέα των φίλων, που και αυτοί μένουν σπίτι, σπίτι, σπίτι. Ή όχι. Και τότε ζηλεύουμε. Και κουραζόμαστε ακόμη περισσότερο.
Και δεν έχω διάθεση να γράψω γιατί όλο γράμματα μπροστά μου τον τελευταίο μήνα. Όλο γράφω για εργασίες και ακόμη οι σελίδες που πρέπει να βγουν δεν έχουν φτάσει στο σωστό αριθμό. 
Μπορείς να ξεχάσεις για λίγο τα ρομάντζα λοιπόν. Σε αφήνω να κάνεις ένα διάλειμμα από την όμορφη μελαγχολία. Και εγώ για λίγες μέρες ακόμη θα τα βάλω με όλα και με όλους από τη βαρεμάρα. 


ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΗΑΤΕ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΛΙΕΣ. 
ΚΑΙ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΗΑΤΕ ΚΑΙ ΣΕ ΕΜΑΣ ΠΟΥ ΤΑ ΑΦΗΣΑΜΕ ΟΛΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΚΑΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ.

Σάββατο, 18 Μαΐου 2013

To Εκατοστό Τεσσαρακοστό Δεύτερο

μωρό μου δεν σε καταλαβαίνω
γι' αυτό θέλω να πεθάνεις
αλλά πρώτα ας χορέψουμε λίγο
χωρίς να μ' αγγίζεις
γιατί αηδιάζω
μόνο τα πόδια μας να κοπανάμε με δύναμη στο πάτωμα
να σηκώσουμε την γειτονιά στο πόδι
λίγο πριν πεθάνουμε
υπήρξαμε κι εμείς
υπήρξαμε κι εδώ
και κοπανάγαμε τα πόδια μας χορεύοντας
μέχρι να πεθάνουμε

πόσα γενέθλια περάσαμε;
πόσα μπάνια κάναμε όσο ο κόσμος καιγόταν έξω;
βλέπω τον κόσμο απ' τις σχισμές στα πατζούρια
ο κόσμος δεν ξέρει ότι κρυβόμαστε εδώ
και δεν βγαίνουμε ούτε για να φάμε

Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

Το Εκατοστό Τεσσαρακοστό

Σχεδόν τίποτα.
Σχεδόν καλά.
Σχεδόν μαζί. 
Σχεδόν οριστικά. 
Σχεδόν ανέπαφα.
Σχεδόν επιφανειακά. 
Σχεδόν μηχανικά. 
Σχεδόν αθώος. 
Σχεδόν μετανιωμένος.
Σχεδόν αποφασισμένος.
Σχεδόν ηλίθιος. 
Σ' αυτή τη λέξη, την πονηρή, ναυάγησε ολόκληρη η ζωή σου. 
Τι κρίμα. 
Και ήταν, σχεδόν, δυο βήματα η στεριά. 

Aλκυόνη Παπαδάκη


Κυριακή, 5 Μαΐου 2013

Το Εκατοστό Τριακοστό Ένατο


Το παγκάκι που βρυχάται

Λιγόστεψαν τα παγκάκια για τους ερωτευμένους και τους ονειροπόλους ποιητές σε αυτή την πόλη. Δεν βρίσκουν τόπο να σταθούν πια οι στίχοι και οι όρκοι. Απόκληροι και άστεγοι, πένητες και φυγάδες κατέλαβαν τις θέσεις στάθμευσης των μοσχαναθρεμμένων οπισθίων μας. Εκεί που κάποτε χαράζαμε καρδιές κι ονόματα τώρα κάποιος ανέστιος κοιμάται. Εκεί που κάποτε ανταμώναμε τον έρωτα τώρα κάποιος την πείνα βάζει προσκεφάλι. Κατειλημμένα τα παγκάκια μας από περιττές υπάρξεις που κάθε φορά που σηκώνονται αφήνουν πίσω τους μια ενοχλητική ιστορία για να καθίσει επάνω τους ο επόμενος. Μια ιστορία γεμάτη αγκάθια που τσιμπάνε και ματώνουν σε ένα παγκάκι που βρυχάται.
Κάτσε και μάτωσε. Κάτσε πάνω στους εφιάλτες και αφουγκράσου. Πάρε τον βρυχηθμό και κάνε τον στίχο. Χάραξέ τον πάνω στο παγκάκι για να τον βρει ο επόμενος. Κι εγώ σε αυτή την ποίηση θα υποκλιθώ και όχι στα βραβεία σου. Εκεί σε θέλω. Σε ένα παγκάκι που βρυχάται.


Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Το Εκατοστό Τριακοστό Έβδομο


At night, she sleeps, 
A cradle rocking next to her
In perfect time with her heart beat
With you I've had, the greatest of times
With you I've reached, the greatest of heights
Music is like air to me and I just want to help you breathe

Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

Το Εκατοστό Τριακοστό Έκτο


Ξάπλωσα για λίγο στο γρασίδι με τις μαργαρίτες. Και φορούσες ξεβαμμένα από τον ήλιο ρούχα. Τσαλακωμένα να μου δείχνουν τις κινήσεις του κορμιού σου. Ταξιδέψαμε για λίγο στα σύννεφα από πάνω μας. Και ήταν όμορφα. Πολύ. 
Άνοιξες την μπύρα και πετάχτηκε το καπάκι, εκεί δίπλα. Αν πάω, ακόμη εκεί θα είναι, θα μας περιμένει να το μαζέψουμε.
Φορούσα τρία δαχτυλίδια και γυάλιζαν στο φως. Και έκαναν σχήματα πάνω μας. Και ξέρεις και τι άλλο; Έγιναν πουλιά για λίγο τα χέρια μου. Δεν ξέρω αν το είδες. Έπεφταν οι σκιές τους στο πρόσωπό σου, να σε ακουμπήσουν. Έστω κι έτσι. Και πήρα και έπλεξα στεφάνι να φορέσω. Και μπλέχτηκαν οι μαργαρίτες στα μαλλιά και στο μαντήλι. 
Και όλα ήταν εντάξει.
Και όλα ήταν καλά.
Και όλα έλαμπαν.
Και στα μάτια μας μπροστά σχηματίστηκαν κύκλοι χρωματιστοί.
Μεθύσαμε στο γρασίδι.Με λέξεις και με ήλιο.