Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

To Εκατοστό Ενενηκοστό Όγδοο

Το νόημα είναι ότι η ζωή περνάει γρήγορα. Το θέμα δεν είναι τι θα κάνει όταν φτάσεις στα τριάντα. Έφτασες. Είσαι εκεί. Μονίμως σε μια φάση υπομονής. Και λες βρήκες την καλύτερη δουλειά, με τις καλύτερες δυνατές συνθήκες. Δεν τη θέλω άλλο την υπομονή για το κάτι καλό που μπορεί κάποτε να έρθει. Γιατί το καλό δεν είναι αυτό που πιπίλιζα στο μυαλό μου χρόνια τώρα. Να συγκινηθώ μου λες με την ηρεμία. Δεν τη θέλω τη δουλειά με τα λεφτά και να φτάσω στην υψηλότερη θέση επαγγελματικά. Άλλοι το επιζητούν. Δε με νοιάζει. Γιατί τι θα έχω μέσα μου όταν απομακρύνομαι από όσα αγαπώ και τους ανθρώπους που με γεμίζουν ασφυκτικά, να σκάσω από ευτυχία;
Προτιμώ να τα βγάζω δύσκολα. Κι όταν τελειώνει αυτή η δουλειά οι υπόλοιπες ώρες της ημέρας να είναι για μένα, σε μια πόλη με ήλιο και μερικές μέρες συννεφιάς να με μελαγχολούν γλυκά. Να κάνω πράγματα που με γεμίζουν. Γιατί τότε μόνο δε φαίνεται η ποιότητα της ζωής; Από τις ελεύθερες ώρες και τα διαλείμματα. Από όσα είναι διαφορετικά και μοναδικά για τον καθένα. Γι΄ αυτό θα γυρίσω. Όχι θα φύγω. Θα γυρίσω εκεί.
Δε θα δώσω λόγο σε όσους γύρω μου λένε τι είναι για το καλό μου. Ποιο καλό μου; Είναι συγκεκριμένο και δεδομένο αυτό για όλους; Βγαίνει σε καλούπια και σε φόρμες και φοριέται απ΄ όλους τους σωματότυπους; Η κοινωνία μας έχει μάθει πώς η ευτυχία κρύβεται στην επαγγελματική επιτυχία και μετέπειτα στην οικονομική άνεση. Να βγάλεις λεφτά. Να μη ζορίζεσαι. Να κάνεις αυτό και το άλλο και το άλλο για το μετέπειτα καλύτερα που θα έρθει. Κι ας έρθει. Είναι εκεί ο πραγματικός στόχος όλων;
Θύματα όλοι της ίδιας αηδίας.
Η ποιότητα μου ως άνθρωπος φαίνεται αλλού. Η ευτυχία μου σίγουρα δεν είναι σε δέκα χρόνια που θα έχω καταφέρει ολόκληρο τον κατάλογο.
Καλύτερα να δουλεύω σε κάτι θεωρητικά αδιάφορο, αρχικά, και να γυρίζω σπίτι και να έχω ώρες δικές μου να διαβάζω όσα επιλέγω από διαφορετικούς κλάδους και ενδιαφέροντα. Κι αν κάτι θέλετε να μου ευχηθείτε να είναι προσωπική ηρεμία και ευτυχία με όσα κατάφερα να κάνω μόνη μου. Από το τίποτα θα χτιστούν όλα.
Δε θέλω να συνειδητοποιήσω ότι πέρασαν χρόνια και ουσιαστικά το μόνο που έκανα είναι να αναμένω όσα θα κερδίσω με τα τωρινά. Δε θα παγιδευτώ στο μετά αφού έχω ένα τώρα να ζήσω. Γιατί όλα αυτά τα μεγαλεπήβολα σχέδια; Τα έχουμε ειλικρινά ανάγκη; Πειράζει που θέλω μια απλή ζωή; Μια δουλειά αξιοπρεπή για το πρακτικό της υπόθεσης, την επιβίωση, βόλτες με φίλους, χρόνο με την οικογένεια με γέλιο και συζητήσεις χωρίς εντάσεις και ελεύθερο χρόνο για να κατασταλάξεις στις πολύ προσωπικές σου σκέψεις. Όλα τα άλλα έρχονται. Δε σπούδασα για να βρω δουλειά κι ας ήταν η αρχική σκέψη αυτή, η πολύ επιφανειακή. Και γι΄αυτό δε θα σταματήσω τις σπουδές και δώσε σε αυτές όποιον ορισμό εσύ επιθυμείς, μόνο μην τον κλείνεις στα στενά όρια που του έχει δώσει η κοινωνία. Αλλά δε γίνεται άλλο να ακολουθούμε τούτη την ωφελιμιστική προσέγγιση στη ζωή μας γιατί τα μηδενίζουμε όλα. Έμαθα πολλά και θα μάθω άλλα τόσα. Και είμαι ευγνώμον σε όσους μου τα πρόσφεραν. Και είμαι τυχερή. Χωρίς τα λεφτά σας δε θα είχα γνώση, πόσο λυπηρό αλήθεια. Και θέλω να είστε χαρούμενοι για εμένα για τους σωστούς λόγους, να με στηρίζετε για αυτούς. Δεν είναι πολλοί, υγεία και χαμόγελα τα περικλείουν όλα.
Α.Μ.

 
Ευχαριστώ πολύ την Α. για τους προβληματισμούς της και τις όμορφες σκέψεις της. 

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

To Eκατοστό Ενενηκοστό Έβδομο

Η ιστορία θα είναι πάντα η ίδια, τίποτα δε θα την απογοητεύει.
Ο ήλιος θα είναι ψηλά, το φεγγάρι θα ξεμυτάει κάθε σούρουπο, ο ουρανός θα μένει πάντα αξεδίψαστος, τ’ αγόρια θα χωρίζουν τα κορίτσια και τα κορίτσια θα χωρίζουν τ’ αγόρια.
Ένα σπίτι δε θα είναι ποτέ η χώρα μας, μια πόλη ποτέ η μάνα μας.
Θα μοιράζουμε τα πάντα και πάντα θα κλέβουμε, θα υποσχόμαστε να γίνουμε καλύτεροι και θ’ αποστρέφουμε το κεφάλι. Θα ξενυχτάμε τα βράδια πίσω από μια πλάτη που θα μας ταΐζει όνειρα τα ξημερώματα. Θ’ ακούμε Tom Waits κάθε στιγμή που θα βρέχει και θα υποσχόμαστε την άλλη μέρα το πρωί πως θα κόψουμε το πιοτό. Θα λέμε πως θα γίνουμε καλύτεροι και πως θ’ αλλάξουμε για χάρη της. Θα φεύγουμε από κάθε δουλειά που μας σιχαίνεται και θα διαλέγουμε ένα ακατανόητο ταξίδι.
Δε θα βάζουμε ποτέ τη ζωή μας σε τάξη και θα προδίδουμε το σκυλί που μας ακολουθεί μέχρι την εξώπορτα. Κάθε καλοκαίρι θα πληρώνουμε κάποιον για λίγη ελευθερία και κάθε χειμώνα θα μας παίρνει πίσω οτιδήποτε μας είχε χαρίσει απλόχερα.
Θα διώχνουμε τα φαντάσματα μα εκείνα θα μας υπενθυμίζουν το ναυάγιο της ενηλικίωσης και τους καθοριστικούς έρωτες. Θα κλαίμε και θα γελάμε. Θα γελάμε με αυτά που κλαίμε και θα κλαίμε με αυτά που γελάμε. Οι συγγενείς μας θα είναι δυο στοίβες ρούχα και οι δρόμοι θα ξαποστέλνουν τους υπάλληλους της ψευτιάς.
Θα χορεύουμε στα μέρη που μας ανέχονται και με ανθρώπους που μας αγαπούν μόνο για να θυμόμαστε τι πάει να πει φιλία. Θα μοιραζόμαστε μια βραδιά σ’ ένα καπηλειό όλα τα μυστικά μας με κάποιον άγνωστο και ύστερα δε θα τον ξαναβλέπουμε ποτέ. Θα ζηλεύουμε και θ’ αγαπούμε τα κατορθώματα του διπλανού μας, μα θα τον αγκαλιάζουμε με περίσσια στοργή και θαυμασμό.
Δε θα φοβόμαστε τη μοναξιά και θα τρώμε παγωτό όταν όλα είναι εναντίον μας.
Θα σου ανακατεύω το καφέ και θα με βρίζεις γιατί κοίταξα εκείνο το κορίτσι το προηγούμενο βράδυ. Θα σ’ αγαπώ περισσότερο, θα μ’ αγαπάς λιγότερο και θα σου αγοράζω κρουασάν για να μ’ αγαπήσεις περισσότερο. Θα μας διώχνουν και θα γυρνάμε, θα γυρνάμε και θα μας ξαναδιώχνουν. Θα στεκόμαστε έξω από ένα παράθυρο και θα βρέχει κι εκείνη θα κάνει έρωτα με κάποιον άλλο και θα περιμένουμε το θεό να μας συμπονέσει και δε θα είναι εκεί, γιατί ποτέ δεν είναι εκεί.
Θα λαμπυρίζουν τα μάτια μας και θα γράφουμε κάτι όμορφο χαρίζοντάς το στην ομορφιά. Θα πεθαίνουν άνθρωποι δικοί μας κι εμείς δε θα ήμαστε εκεί. Θα πεθαίνουμε εμείς και θα παρακαλάμε να ήταν κάποιος εκεί. Θα χιονίζει και θα σου κρατώ το χέρι κάτω απ’ τα σκεπάσματα, θα βρέχει και θα σκέφτεσαι τον πρώην σου. Θα φεύγουμε από τα δύσκολα και θα επιστρέφουμε όταν θα είναι πιο δύσκολα ακόμη. Θ’ αρνιόμαστε να πούμε τέλος, πόσο μάλλον να το πιστέψουμε. Θα ερωτευόμαστε μόνο για μια βραδιά και θ’ αγαπούμε για όλες τις βραδιές. Θα είναι πάντα δύσκολο, θα είναι πάντα εύκολο και θα ήμαστε πάντα εκεί. Θα τρέχουμε να προλάβουμε το κορίτσι στη γωνιά κι εκείνο θα μας κοροϊδεύει.
Θα γιορτάζω τη πιο όμορφη μέρα της ζωής μου κι εσύ θα σηκώνεσαι να φεύγεις. Θα σου ζητάω να πιω και θα μου λες να πάω στο διάολο. Θα σου λέω πως ήμουν εκεί τη προηγούμενη μέρα και θα μου πετάς έναν αναπτήρα στο στήθος. Θα γελάω και θα με σιχαίνεσαι, θα γελάς κι όλος ο κόσμος θα είναι δικός μου.
Θα σου τραγουδώ παράφωνα και θα μου χορεύεις υπέροχα, θα τελειώνει το τραγούδι και θα βάζουμε κάποιο άλλο, πάντα πιο γοητευτικό. Θα μας αποτελειώνουν οι αναμνήσεις σ’ ένα δωμάτιο και θα γιορτάζουμε τη καινούργια αρχή με νέους φίλους. Θα μαγειρεύουμε μακαρόνια τρεις η ώρα το πρωί και θα βάζουμε να δούμε για χιλιοστή φορά την ταινία με τους ερωτευμένους έφηβους. Θα σου διαβάζω ποιήματα και θα αποκοιμιέσαι, θα με θες δίπλα σου κι εγώ θα σου λέω «Άλλο ένα αγάπη μου» και ύστερα θα έρχομαι. Θα είναι Κυριακή και θα σιχαινόμαστε να πάμε τη Δευτέρα για δουλειά. Θα φοβάσαι μην αργήσω, θα σου λέω, «Τους έχω γραμμένους».
Θα με ρωτάς γιατί είμαι θλιμμένος, θα σε ρωτάω γιατί είσαι χαρούμενη. Θα με ρωτάς γιατί είμαι χαρούμενος, θα σε ρωτάω γιατί είσαι θλιμμένη. Θα φεύγουν άνθρωποι, θα έρχονται καινούργιοι. Θα μοιράζεσαι μαζί τους τα ίδια και άλλα τόσα. Θα ξεχνάς να γράψεις κάποια γράμματα κι ας τα χρωστάς εδώ και μήνες. Δε θα τα γράφεις ποτέ τελικά.
Θα προχωράει η ιστορία, θ’ αδυνατείς να τη καταλάβεις, θα τη παρατάς και ύστερα θα τη ξαναπιάνεις, θα τη τελειώνεις και θα γεννούνται μυριάδες ερωτήματα, σε μερικά θα απαντάς, σε άλλα όχι. Θα ‘χεις φτάσει τριάντα χρονών και θα σου αρέσουν για πρώτη φορά τα παραμύθια, θ’ αναρωτιέσαι γιατί, θα τα διαβάζεις με μανία, θα λες πως πρέπει να μην υπήρξες ποτέ παιδί.
Θα χαζεύουμε τότε μαζί μια θάλασσα και θα πουλάμε ταξίδια ο ένας στον άλλο. Δε θα ήμαστε εκεί όταν πρέπει να αναχωρήσουμε, γιατί πάντα ήμαστε κάπου αλλού ώστε να φυγαδεύσουμε ακόμα πιο σημαντικά πράγματα ή και να πάρουμε αγκαλιά κάποιον ώστε να σταματήσει να κρυώνει από τις απώλειες.
Θα συνθηκολογούμε για λίγους μήνες και ύστερα θα τα παρατάμε, γιατί πρέπει να τα παρατάμε αλλιώς θα ξοφλήσουμε χωρίς να το καταλάβουμε.Θα μας ρωτάνε και δε θα ξέρουμε τι ν’ απαντήσουμε, θα απαντάμε και θα σαστίζουν με τα λόγια μας. Θα φοράμε μαύρα το χειμώνα και κόκκινα με λευκά το καλοκαίρι. Θα σφυρίζουμε στον άνεμο με αγριάδα σα να χορεύουν οι φωνές μας.
Θα με παίρνεις τηλέφωνο και δε θα είσαι πια τρυφερή. Θα σε παίρνω τηλέφωνο και δε θα το σηκώνεις γιατί δε θα σημαίνω τίποτα πια για σένα. Θα σιχαίνομαι τους φίλους σου, θα σιχαίνεσαι τους δικούς μου. Θα είναι οι μέρες ηλιόλουστες, θα είναι οι μέρες βροχερές και θα περνούν τα χρόνια. Θα μακραίνουν τα μαλλιά μας, θα ασχημαίνουν τα κορμιά μας.
Θα διαβάσουμε μια νύχτα τα κιτάπια μας και θα αποφασίσουμε να χαθούμε. Θα χαθούμε.Μακριά, για πάντα. Ο ήλιος θα είναι ψηλά και το φεγγάρι θα ξεμυτάει κάθε σούρουπο. Ο ουρανός θα μένει πάντα αξεδίψαστος, τ’ αγόρια θα χωρίζουν τα κορίτσια, τα κορίτσια θα χωρίζουν τ’ αγόρια. Θα είμαστε δυο κόκκοι άμμου στην άκρη του κόσμου. Κι όλα θα τελειώνουν κι όλα θα ξαναρχίζουν.
Η ιστορία θα είναι πάντα η ίδια, τίποτα δε θα την απογοητεύει.
[Γιάννης Ζελιαναίος, από την ποιητική συλλογή Άννα.]

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Το Εκατοστό Ενενηκοστό Έκτο

-Πες μου μια ιστορία ακόμη.
Ήσουν χωμένος στα μαλλιά μου, τα μπλεγμένα. Μάτια κλειστά και περίεργα σφιχτή αγκαλιά.
-Για τι πράγμα;
-Για ότι θέλεις...
Να σου πω για το φεγγάρι που γινότανε μαγικός καθρέφτης, ή μήπως να μείνω λίγο ακόμη στις γραμμές σου, να μην πω λέξη. Να μην πω λέξη... Να βυθιστούμε στην ησυχία.
-Θα σου πω για τη γάτα που γουργούριζε...
-Νομίζω γάτος είναι.
-Ένας γάτος που είχε χαθεί στο δρόμο...
-Και είχε ξεχάσει να αγαπά.
-Να αγαπά;
-Και γουργούριζε σε αγκαλιές να ξεχαστεί...
Πήρες το κουβάρι μου, το ξετύλιξες μπροστά μου. Και ύστερα βουβάθηκες ξανά.
-Και τι άλλο;
Δε γινόταν να με αφήσεις στην αγωνία μου. Ήσουν υποχρεωμένος να μου πεις τι απέγινε ο ήρωας, ο προ δίλεπτου δημιουργημένος.
-Τίποτα άλλο. Θα γουργουρίσω στην αγκαλιά σου λίγο ακόμη. Μέχρι να αποκοιμηθώ.
-Κι αύριο που θα έχει περάσει το σκοτάδι το δύσκολο θα με ξεχάσεις.
Έσταζα παράπονο. Περίμενα να μου δώσεις τις λέξεις, ίδιες με φάρμακο, να με ηρεμήσουν.
-Όχι, αλλά δε θα σε πάρω μαζί μου.
-Θα με φιλήσεις πριν φύγεις;
-Τρυφερά...
-Όχι! Με πάθος θέλω. Με έρωτα να με χαιρετήσεις.
-Χάιδεψέ με όπως πριν...
Έγιναν τα δάχτυλά μου φτερά να σε αγγίξουν. Να σε νανουρίσουν. Να μην ανοίξεις τα μάτια. Μήπως και είναι ύπνος μαγικός. Να περάσω για λίγο από όλες τις διαδρομές του σώματός σου.
-Θα μου μάθεις να γίνω και εγώ έτσι;
-Πώς;
-Χαμένος, αρνητής της αγάπης, γάτος.
-Αύριο θα έχεις γίνει, μικρό μου.



Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

Το Εκατοστό Ενενηκοστό Πέμπτο

Το Είναι και το Μη-Δεν 

Δεν είμαι κέικ να με φτιάξεις ούτε ανθοδέσμη να συνθέσεις
δεν είμαι πέτρα ούτε χώμα να με πλάσεις
δεν είμαι επιφάνεια για να με ζωγραφίσεις 
ούτε έχω χρώμα για να καθορίσεις
δεν είμαι γράμμα φως ανθός δεν είμαι ουρανός
ούτε αντανάκλαση επιθυμίας ευθυμίας
δεν είμαι γάργαρο νερό να ξεδιψάσεις 
ούτε και ψέμα για να με ξεχάσεις
και μην πιστεύεις μη νομίζεις μην ελπίζεις
αέρας είμαι και φτιαγμένη από τις δικές μου αρνήσεις










~http://mambo-tango.blogspot.gr/2013/04/blog-post_24.html

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Το Εκατοστό Ενενηκοστό Τέταρτο

Ultimately, we will lose each other 
to something. I would hope for grand 
circumstance -  death or disaster.
But it might not be that way at all. 
It might be that you walk out 
one morning after making love 
to buy cigarettes, and never return, 
or I fall in love with another man. 
It might be a slow drift into indifference.
Either way, we'll have to learn 
to bear the weight of the eventuality 
that we will lose each other to something.
So why not begin now, while your head 
rests like a perfect moon in my lap, 
and the dogs on the beach are howling?
Why not reach for the seam in this South Indian 
night and tear it, just a little, so the falling 
can begin? Because later, when we cross
each other on the streets, and are forced 
to look away, when we've thrown 
the disregarded pieces of our togetherness
into bedroom drawers and the smell
of our bodies is disappearing like the sweet
decay of lilies -  what will we call it,
when it's no longer love?
~Tishani Doshi, Love Poem

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

Το Εκατοστό Ενενηκοστό Τρίτο


Τα χρώματα είναι μέσα μου. Όπως ακριβώς και οι λέξεις που δεν μπορώ να σου πω. Τα δεκαπέντε τετραγωνικά αν τα ξεδιπλώσεις σε γραμμές, σε ευθείες που ενώνουν τα άχρηστα σημεία θα σου δώσουν αποτέλεσμα κάτι χιλιάδες όνειρα που ζητάνε να πραγματοποιηθούν. Μα τα χέρια είναι κρύα, τα χείλη έχουν ανάμικτη γεύση τσιγάρου και μήλου ξεφλουδισμένου. Τα χέρια είναι κρύα. Ποτέ δεν κατάλαβες τη σοβαρότητα αυτής της πρότασης. Γεμάτα ανασφάλεια ανίκανα να πλάσουν. Και το μυαλό κενό, δε βοηθάει τίποτα, ούτε το αδύναμο φως, ούτε η ψεύτικη μουσική, ούτε οι βόλτες, ούτε εσύ, ούτε ο άλλος που μου μιλάει και τι λέει άραγε και με κοιτά μες στα μάτια. Καρφωμένος μπροστά μόνο ο προορισμός και αυτός χαλάει και χάνεται που και που. Μήπως μπερδεύτηκα και τον έκρινα εσφαλμένα. Και εδώ αναμονή. Εδώ μέρος της διαδρομής. Και άγνωστα όλα τα υπόλοιπα στοιχεία. Άγνωστος κι εσύ που σου γράφω. Αναζητείται έμπνευση θέλω να φωνάξω. Να μάθω πώς να αναπνέω σωστά. Μα όλοι μου φαίνονται με πρόσωπα κουρασμένα και από εμένα ζητάνε δύναμη και πώς να εξηγήσω ότι εγώ είμαι ο αχρηστότερος απ' όλους.