Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014

To Διακοσιοστό Ένατο

It was not like everyone had said.
Not like being needed,
or needing; not desperate;
it did not whisper
that I’d come to harm. I didn’t lose

my head. No, I was not
going to leap from a great
height and flap
my wings.
It was in fact

the opposite of flying:
it contained the wish
to be toppled, to be on the floor,
the ground, anywhere I might
lie down… .

On my back, and you on me.
~ Deborah Garrison

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014

Το Διακοσιοστό Όγδοο

Είχα αποδεχτεί ένα μέτριο διήγημα. Σύνολο 100 σελίδες. Με ήρωες μοναχικούς και χαμένους στα προσωπικά τους πάθη. Εξώφυλλο μονόχρωμο από λεπτό χαρτόνι.
Και τώρα ζητάω να γίνω ρώσικο μυθιστόρημα. Με πάνω από 50 σελίδες για τη στιγμή που σε συνάντησα ξανά και τις διπλάσιες για το επόμενο βράδυ.
Αισθάνομαι πικρία για τις λέξεις μου. Δεν συμπάσχουν με τη λαιμαργία μου να μιλήσω για σένα.
Σε ότι και να πω γνωρίζω καλά πώς δεν αναφέρθηκε η μικρή εκείνη λεπτομέρεια που το ξεχωρίζει.
Δεν μπορείς ακριβώς να τη δεις, ούτε να την ακούσεις. Δε τη γνωρίζεις παρά μόνο μέσα σε στιγμές.
Θα αρνηθώ να φορέσω στην καρδιά μου μάτια κι αυτιά, χορεύει έτσι και αλλιώς.

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

Το Διακοσιοστό Έβδομο

Όλο και πιο γρήγορα, πατούσα το πηδάλι. Έσπρωχνα το σώμα μπροστά, ένιωθα τον αέρα να με χτυπά στο πρόσωπο. Τι υπέροχη αίσθηση, να θέλει η καρδιά να βγει από το στήθος από την ένταση. Και το πεζοδρόμιο, δικός μου προσωπικός αερολιμένας για την πτήση. Σφύριζαν οι ντουντούκες του αγώνα. Ώσπου εμφανίστηκε αυτή η στροφή. Τα μάτια άνοιξαν διάπλατα. Τα φρένα ούρλιαξαν. Το σώμα απέκτησε βάρος φύλλου δέντρου που έπεφτε παραδίπλα  πορτοκαλί και μισοξεραμένο. Η πτώση. Και ορκίζομαι ήταν η πρώτη φορά που πέταξα αληθινά. Έγλειψα τον ασφαλτωμένο δρόμο με τον ώμο και το μάγουλό μου. Η προσγείωση πάντα είναι έντονη. Έπρεπε να το γνωρίζω. Αλλά άλλη η αίσθηση της προσωπικής εμπειρίας. Ξαπλωμένη στο σταυροδρόμι εκείνο. Το σπίτι μου ούτε εκατό μέτρα μακριά. 

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014

Το Διακοσιοστό Έκτο

Είχε καστανά μάτια και καστανά μαλλιά. Γύρευε να βρει το Θείο. Η αγαπημένη μου κόρη κοιμόταν πάντα δίπλα στο νερό και έβρεχε τα ακροδάχτυλά της. Τσαλάκωνε το πρόσωπό της και ούρλιαζε μέσα στο μαξιλάρι. Τη συνάντησα τελευταία φορά, μήνες πριν, σε μια πόλη που πήγα πρώτη φορά. Και για αυτή ήταν ξένη. Φορούσε γκρι ζακέτα ανδρική, θυμάμαι.
-Ακούς; Τη φασαρία. Νομίζω σήμερα είναι Σάββατο και περιμένω να έρθεις. 
Σάββατο απόγευμα ήμουν εκεί. 
Σάββατο βράδυ τη χαιρέτησα. 
Καμία συζήτηση για το μετά. Ούτε έντονες συζητήσεις για το πως δε θα γίνει ένα, δε θα μπει ολοκληρωτικά στις συμβουλές που της έδινα χρόνια. Πού έμενε; Πού ζεις; Πού βρίσκεσαι, πες μου, μόνο ότι είσαι καλά. 
Οι φωτογραφίες οι παλιές σε σύγκριση με το τώρα. Οι φωτογραφίες οι παλιές και το κορίτσι που πίστευα ότι θα γίνει. Με δυναμικότητα και ενθουσιασμό. Με αγάπη για τα πάντα. Για όλους ένα κομμάτι. Για όλους έφτανε. Μόνο για όσους δε την ήθελαν την αγάπη αυτή. Μόνο για αυτούς. Όσοι πραγματικά τη νοιάζονταν τους κρατούσε σε απόσταση. Ασφαλείας. Μήπως και κλέψει, όπως έκαναν σε αυτή, κομμάτια δικά τους και δεν μπορούσε να τα γυρίσει πίσω. 
Την είδα να με περιμένει στο απέναντι πεζοδρόμιο. Πάλι καπνίζει; Όχι, δαγκώνει τα χείλη νευρικά. Σίγουρα πάλι ματωμένα. Σίγουρα πάλι φόρεσε ότι βρήκε μπροστά της. Σίγουρα, θα 'χει το δωμάτιο καθαρό και τη ψυχή της γεμάτη βρωμιές. Σίγουρα κάτι έχει να μου πει που δε θα μου αρέσει. 
Δεν ξέρει πως να το πει. Τι λέξεις να χρησιμοποιήσει. Τα έκανε όλα μπουρδέλο, πάλι. Δε βρίσκει άκρη στις σκέψεις της, πάλι. Πάλι θα με βρει απέναντι. Πάλι θα θέλει να κοιμηθούμε αγκαλιά να ηρεμήσει. Και εγώ εκεί. Να τη νανουρίζω και να παρακαλάω για βοήθεια. Από εκεί που περιμένει και αυτή και ποτέ δε τη βλέπει. Όλα μπροστά της και ποτέ δε θα τα δει. 
Ο δρόμος είχε κίνηση. Τα μάτια μου είχαν κολλήσει σε αυτήν. Δεν μπορούσα να μη χαμογελώ που την είδα. Πόσο μου είχε λείψει. Και εγώ ανάμεσα στους τυχερούς που θα την ξεχώριζαν ανάμεσα στους ξένους και στους κρύους στους αδιάφορους που δε σταματούν ένα λεπτό να κοιτάξουν. 
-

Κυριακή 31 Αυγούστου 2014

Το Διακοσιοστό Πέμπτο

Ο έρωτας ήταν γι΄αυτόν η επιθυμία να εγκαταλειφθεί στην καλή θέληση και στο έλεος του άλλου.
Αυτός που εγκαταλείπεται στον άλλον, όπως ο στρατιώτης που παραδίδεται αιχμάλωτος, οφείλει εκ των προτέρων να πετάξει όλα του τα όπλα. Και, βλέποντας τον εαυτό του χωρίς άμυνα, δεν μπορεί να μην αναρωτηθεί πότε θα έρθει το χτύπημα. 

(Ξεφυλλίζοντας παλιές σημειώσεις, ΜΙΛΑΝ ΚΟΥΝΤΕΡΑ, "Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι".)

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014

Το Διακοσιοστό Τέταρτο

Εγώ θα μαζεύω όνειρα και ψευδαισθήσεις.
Εσύ θα ψάχνεις να βρεις μανιτάρια μαγικά να σε πάνε μέχρι τη Βραζιλία να ακούς ιστορίες φίλων και γνωστών.
Εγώ θα πίνω και θα αγαπώ όλον τον κόσμο και το πρωί που θα ξυπνώ θα κρύβομαι να μη δω κανέναν.
Εσύ θα μαλώνεις και θα φωνάζεις με πάθος σε εθιστικές κουβέντες.
Εγώ θα σε ψάχνω μέσα στον κόσμο που κουνάει κορμί και κεφάλι στα ουρλιαχτά της μουσικής.
Εσύ θα με κοιτάς για λίγα μόνο αρκετά δευτερόλεπτα.
Και θα είσαι εδώ και θα χάνομαι στο μετά και στο παραπονιάρικό μου τώρα.
Και θα είσαι εδώ.
Στο κρεβάτι το κρύο από το ανοιχτό παράθυρο που ανοίγει στα σύννεφα τα κιτρινισμένα.
Και όλα τα υπόλοιπα δε θα αξίζουν άλλο να ειπωθούν.

Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

To Διακοσιοστό Τρίτο

"Όλα τα μυστήρια είναι απλά κι όλα τα απλά πράγματα μυστήρια. Ξέρεις, στο βάθος υπάρχει πάντα ομοιομορφία στη ζωή ενός ανθρώπου. Εκείνοι που ταξιδεύουν ξεγελιούνται. Όμως αν κάθε μέρα βλέπεις από το παράθυρο το κομματάκι του κήπου φωτεινό τη μέρα, σκοτεινό τη νύχτα, το ξέρεις καλά. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι άλλοι γίνονται σκλάβοι της ομοιομορφίας αυτής κι άλλοι την κάνουν αρμονία. Για κύκλο πάντα πρόκειται, για μια γραμμή που χαράζει κύκλο.
Εγώ θέλω να μιλήσω με λόγια τρυφερά, παιδιάτικα. Για όταν κρυώνω, όταν πεινώ ή για το παράξενο το όνειρο που είδα. Να μιλήσω ακόμη για μέρη όπου περνώ κι είμαι όπως το πουλί που μόλις θ' άγγιζε με τη φτερούγα του τη γη για μια στιγμή θα 'παιρνε μια στροφή. Μα βασανίζομαι και ψάχνω τι είναι κρυμμένο κάτω απ' αυτά. 
Ε, λοιπόν, το 'χω βαρεθεί αυτό το μέρος του εαυτού μου, θα 'θελα να βλέπω μόνο τα σχήματα, έτσι όπως τα κλαδιά του δέντρου που το ένα χωρίζεται σε δύο, τα δύο σε τέσσερα... Όλα από το ένα ξεκινάνε, αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάει κανείς. Το ένα κλαδί γίνεται δύο, τα δύο τέσσερα, κι αν θελήσεις να πάρεις τον αντίστροφο δρόμο και δεις πρώτα το πλήθος των κλαδιών, πάλι στο ένα θα φτάσεις."
Ψάθινα Καπέλα, Μ. Λυμπεράκη