Τρίτη, 7 Αυγούστου 2012

Το Τριακοστό Πέμπτο

Portrait of Sylvette-Pablo Picasso
Περίμενε στο διάδρομο, στις πλαστικές εκείνες καρέκλες. Έμενε ακίνητη, με το κεφάλι στηριγμένο στα χέρια, με το βλέμμα κολλημένο στο τέλος του διαδρόμου. Το ρολόι στον τοίχο, με το δυνατό του τικ τακ, είχε συγχρονιστεί με τους παλμούς που ένιωθε στο λαιμό της. Γκρίζοι τοίχοι με ανόητες αφίσες. Ένας πίνακας ξεβαμμένος, το φως μιας λάμπας στο βάθος να τρεμοπαίζει και να βουίζει παράλογα. 
Αυτή η αναμονή την σκότωνε. Οι σκέψεις μέσα στο κεφάλι της γλεντούσαν δημιουργώντας νέα σενάρια. Δε θα έρθει καν. Δε θα νοιαστεί για το τι συμβαίνει. Να τον πάρει τηλέφωνο, να του φωνάξει για την αναισθησία του, να κλάψει για τον πόνο που της προκαλεί η στάση του.
Μόνο το τικ τακ ακούγεται μονότονο. Τα δάχτυλά της νιώθουν το αίμα της να πάλλεται στο λαιμό. Δυο εικόνες ταυτόχρονες. Ο άχρωμος διάδρομος, ήρεμος, με αυτήν, ακίνητη στις καρέκλες αριστερά. Ο άχρωμος διάδρομος, να διαλύεται στα μάτια της, να υψώνονται οι τοίχοι θεόρατοι, το τικ τακ να ηχεί όμοια με καμπάνες καθεδρικού ναού, η καρδιά να χτυπά έξω από το σώμα και οι φωνές, αυτές οι φωνές στο κεφάλι της, να παραληρούν
Η πόρτα τρίζει από το αεράκι του μέσα παραθύρου, ανοίγει ελαφρά, ίσα για να ακουστούν οι ήχοι των μηχανημάτων. Μηχανήματα για να μην έρθει το τέλος. Ένα τέλος που έχει φτάσει αλλά πεισματικά αρνείται να το δεχτεί. 

Κάθεται στην είσοδο, ακουμπισμένος σε ένα τοιχάκι. Εφτά αποτσίγαρα μετράει δίπλα από το παπούτσι του πατημένα. Το όγδοο νευρικά φτάνει στα χείλη του, το πιέζει να ρουφήξει όλη του την αρρώστια με μια ανάσα. 
Γιατί να ανέβει; Ποια αλήθεια να αντιμετωπίσει; Αυτός φταίει που τώρα αφήνουν το βάρος του τι θα ακολουθήσει σε τεχνητά υποστηρίγματα. Λάθη, δικά του λάθη, που έχει σταματήσει να σκέφτεται. Δε θα τρελαθεί για όσα έχει μετανιώσει. Και αν υπάρξει αυτό το τέλος που βλέπουν πως έρχεται, η ζωή συνεχίζεται. Υπάρχουν και άλλες δυσκολίες και άλλα θέματα. Όχι δε θα τρελαθεί για αυτό εδώ. 
Αλλά δε θέλει να ανέβει. Δεν έχει τη δύναμη να φτάσει κοντά της, στον πάνω όροφο. Να την δει στους κρύους διαδρόμους να περιμένει. Αλλά συγχρόνως έχει δύναμη, αυτό το έμφυτο πείσμα, να μείνει μακριά της. 
Τα αμάξια στο δρόμο μπροστά του γκαζώνουν και φεύγουν, φρενάρουν απότομα με ήχους αποκρουστικούς στα αυτιά του. 
Πιστεύει στο τέλος που έρχεται. Το έχει βαρύ μέσα του να αναπνέει. Ζεστό προαίσθημα. Δεν ξέρει πώς θα το χειριστεί. Πώς θα αντιδράσει. Το αρνείται αλλά το πιστεύει. Πόσο ακόμη να κρατήσουν αυτές οι ψευτοτεχνικές μακριά αυτό που αρνούνται;  

Δεν ανέβηκε να τη βρει. Και αυτή δεν του τηλεφώνησε. Χωμένοι και οι δύο στις σκέψεις, τις πολύ προσωπικές, τις πολύ εγωιστικές, υπέγραψαν συμφωνητικό για να κλείσουν τα μηχανήματα. Δεν το συζήτησαν, ούτε καν αντάλλαξαν ματιές. Αρνήθηκαν και οι δύο το βάρος της ευθύνης της απόφασής τους. Σαν κοχύλια μαζεύτηκαν στο καβούκι τους, μακριά από τα γεγονότα. Κανείς τους δεν είπε στον άλλον για τη μάχη που έδωσε να σκληρύνει και να αποφασίσει το τέλος. Αυτή ποτέ δεν έμαθε πόσο μετάνιωσε που δεν έτρεξε να τη ψάξει στο ψυχρό εκείνο κτήριο. Αυτός ποτέ δεν έμαθε τη δική της αναμονή, πόσο μετάνιωσε που δεν του είπε πόσο τον χρειαζόταν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου