Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

Το Εκατοστό Εικοστό Έβδομο

Μου χρωστάς φιλί από μια φορά κι έναν καιρό που σε κυνηγούσα και δε σε είχα, από μια άλλη φορά κι έναν καιρό που με ήθελες και δεν ήμουν, κι από ακόμη μία φορά κι έναν καιρό που κανείς κανενός και παράλληλα ποτέ πουθενά όσο ο ένας για τον άλλον. Απ' όλες αυτές τις φορές κι άλλες τόσες, φιλί χρωστάς. Φιλί σε μένα, όπως ποτέ κανείς κανέναν δε φίλησε. Όπως κανείς ποτέ δε φίλησε εμένα. Όπως κανέναν ποτέ δε φίλησες ξανά. 
Αλλά ποτέ. Φιλί χρωστούμενο ποτέ πια. Εσύ ποτέ πια. Θυμάμαι. Τους παράξενους χειμώνες, που λίγοι μ' αγαπούσαν. Ένας εσύ. Τώρα; Ποιος για μένα τώρα που εσύ; Τώρα που εσύ λείπεις. 
Θα 'θελα μαζί. Στα όνειρα μου μόνο μαζί. Στις αλήθειες πάντα χώρια. Εγώ μόνη από τότε. Εσύ μόνος ποτέ. Πώς; Στους μυστικούς κώδικες. Αυτούς που ενώνουν τα ζευγάρια. Αυτούς που δεν έμαθα ποτέ. Αυτούς ήθελα να ξέρω. Αλλά δεν. Τώρα όλα αδιάφορα, τώρα επιβίωση, τώρα έρωτες καθημερινοί, προσιτοί, ταιριαστοί. Για σένα. Άρα και για μένα. Παιχνίδι που εξάντλησε, αλλά δεν παύω να το παίζω. Και μόνο μαζί σου. Ως το τέλος. 
Συνένοχο. Έψαχνα. Στη χαρά. Αφού εσύ όχι πια. 
Και το ήξερα πώς θα πάει. Φανταζόμουν πως ίσως κάποτε, κάπου σε δω, και χαιρόμουν και έλαμπα με την προσμονή. Περίμενα σαν το αδέσποτο μεν, μαντρόσκυλο δε -τα αισθήματα κλεισμένα σε μάντρα πια, αφού τόσα χρόνια κλεισμένα στη γυάλα τα αισθήματα για σένα. Περίμενα ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο, μια κουβέντα σημαντική, όπως "γεια σου τι κάνεις;" ή "καλό μεσημέρι" κι αυτό για μένα πολύ σπουδαίο. 
Κι ύστερα περνούσαν οι μήνες μ' άλλον έναν υποθετικό έρωτα, από αυτούς που δεν υπήρχε πιθανότητα να με πληγώσουν, αφού εκτυλίσσονταν στο κεφάλι μου και μόνο. Ούτε εσύ θα πληγώνεις πια. Ούτε. Εσύ. Εσύ εξόριστος. Στη χώρα του "Σε Ξέχασα". Κι εγώ αιχμάλωτη στη χώρα του "Με Θυμάσαι;". Ζωούλες ανώδυνες διήγαμε για χρόνια, και κανείς δε θα ξέρει πόσο κάποτε εξυψώθηκαν οι ζωές μας, ζωούλες περιχαρακωμένες, ασφαλείς, και κανείς ποτέ δε θα μάθει πως εμείς οι δυο καμικάζι, ζωούλες συμμαζεμένες, και ποτέ πουθενά μην πεις πως κάποτε ρημαδιό και οι δυο. Και πώς θα κρατήσει χώρο η ιστορία για μας τους δύο; Ποιος θα της πει ότι εμείς οι δύο; Εγώ, εσύ, κι οι δύο.
Ποιος θυμάται ποιον; Και καθώς θα χρονουλκούμε από 'δω και πέρα, θα υπάρχει άραγε η ανάμνηση του "ο χρόνος θα υπάρχει για πάντα γιατί υπήρξαμε εσύ και εγώ"; Και πώς θα το εξηγούμε από 'δω και πέρα αυτό που ήμασταν μαζί και όχι μαζί; Κρατάς μυστικό; Θα πονάει η ιδέα να σε δω. Αλλά θα το θέλω. Γιατί όχι μαζί μπορώ. Χωρίς δεν μπορώ. Εσύ, πώς μπόρεσες εσύ να μπορέσεις χωρίς εμένα;
Και τις στιγμές ακριβώς που πιο λαμπερή από ποτέ, με χαμόγελο διάπλατο, τότε από τα μάτια μου που γυάλιζαν παράξενα, τότε έπρεπε, είχα την απαίτηση να καταλάβεις πόσο βυθιζόμουν στον πανικό και στην απελπισία μου που εμείς οι δύο όχι μαζί. Κι εσύ δεν. Καταλάβαινες. Ή καμωνόσουν. Δεν ξέρω. Δε θέλω πια να ξέρω. Ποτέ την απελπισία μου για σένα. Ποτέ πως πάνω απ' όλους εσύ κι οι άλλοι περαστικοί. Και σου φώναζα στη σιωπή: Πάρε με, σώσε με απ' τη ζωή που κάνω στα φώτα, στα άδεια φώτα. Κι εσύ εκώφευες. 
Και μιλούσα άνετα, με άλλη φωνή, άλλου φωνή, δική μου όχι, μην προδοθεί η δική μου η φωνή και σου πει τα ανείπωτα, με άλλη φωνή, άνετη φωνή, φρέσκια, όχι τσαλαπατημένη σαν τη δική μου, όχι σπασμένη, παρά δροσερή, κελαρυστή, κοριτσιού ρεκλάμας, που δεν ήμουν, που θα γινόμουν από τότε και πέρα, γιατί εσύ απών. 

Αθηνά Χατζή- LA SAGRADA FAMILIA

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου